ΔΕΠΥ στο σχολείο: Πότε μια συμπεριφορά είναι ανησυχητική και πότε όχι

Πολλά παιδιά εμφανίζουν χαρακτηριστικά που θυμίζουν ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας) ήδη από την προσχολική ηλικία. Ωστόσο, το σχολείο είναι συνήθως το πλαίσιο στο οποίο οι δυσκολίες γίνονται πιο εμφανείς. Εκεί, οι απαιτήσεις για συγκέντρωση, αυτοέλεγχο και οργάνωση αυξάνονται και τότε συχνά τίθεται για πρώτη φορά το ερώτημα της διάγνωσης.

Η ΔΕΠΥ είναι από τις πρώτες υποψίες όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το μάθημα, δεν ολοκληρώνει εργασίες, φαίνεται αφηρημένο ή διακόπτει συνεχώς. Όμως αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της ΔΕΠΥ. Μπορεί να σχετίζονται με άγχος, συναισθηματική πίεση, τραυματικές εμπειρίες ή ακόμη και με το γεγονός ότι το παιδί είναι μικρότερο σε ηλικία από τους συμμαθητές του.

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ βασίζεται σε τρεις βασικούς άξονες συμπεριφοράς: απροσεξία, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα. Όλα τα παιδιά παρουσιάζουν κατά καιρούς τέτοιες συμπεριφορές. Για να μιλήσουμε όμως για ΔΕΠΥ, τα συμπτώματα πρέπει να είναι σαφώς πιο έντονα σε σύγκριση με άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας, να εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα (π.χ. σχολείο και σπίτι) και να προκαλούν ουσιαστική δυσκολία στη λειτουργικότητα του παιδιού για τουλάχιστον έξι μήνες.

Η ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που είναι τα μικρότερα στην τάξη τους διαγιγνώσκονται δυσανάλογα συχνά με ΔΕΠΥ. Η διαφορά μερικών μηνών στην ανάπτυξη μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ικανότητα αυτορρύθμισης, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες.

Επιπλέον, συμπεριφορές που μοιάζουν με ΔΕΠΥ μπορεί να κρύβουν άγχος, οικογενειακή πίεση, εκφοβισμό ή αδιάγνωστες μαθησιακές δυσκολίες, όπως η δυσλεξία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανησυχία, η ντροπή ή η ματαίωση εκφράζονται μέσα από ανησυχία, αποφυγή ή κινητική ένταση.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στα κορίτσια. Η ΔΕΠΥ σε αυτά συχνά εκδηλώνεται κυρίως με απροσεξία και όχι με έντονη υπερκινητικότητα, με αποτέλεσμα να περνά απαρατήρητη. Πολλά κορίτσια καταβάλλουν υπερπροσπάθεια για να «καλύψουν» τις δυσκολίες τους, κάτι που μακροπρόθεσμα πλήττει την αυτοεκτίμησή τους.

Γι’ αυτό η προσεκτική παρατήρηση και η ολοκληρωμένη αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας είναι κρίσιμες. Μια έγκαιρη, ακριβής διάγνωση  ή ο αποκλεισμός της— μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την πορεία ενός παιδιού στο σχολείο, στις σχέσεις και στη συνολική του ψυχική ανάπτυξη.

Τέλος, καθοριστικό ρόλο σε όλη αυτή τη διαδρομή παίζει η στάση των γονιών. Η έγκαιρη κατανόηση, η συνεργασία με το σχολείο και τους ειδικούς, και κυρίως η συναισθηματική στήριξη του παιδιού, μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια εμπειρία γεμάτη ματαίωση και σε μια πορεία ενδυνάμωσης. Όταν οι γονείς βλέπουν το παιδί πέρα από τη διάγνωση και στέκονται δίπλα του με αποδοχή και συνέπεια, δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να αναπτύξει τις δυνατότητές του και να νιώσει ασφάλεια στο ταξίδι της ανάπτυξής του.

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ