Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής ενός παιδιού, τα όρια μοιάζουν απλά: «Δεν χτυπάμε», «Δεν αρπάζουμε παιχνίδια», «Δεν διακόπτουμε». Όμως όσο τα παιδιά μεγαλώνουν και οι κοινωνικές τους σχέσεις γίνονται πιο σύνθετες, τα όρια παύουν να είναι μόνο κανόνες συμπεριφοράς. Γίνονται δεξιότητες ζωής.
Η ουσιαστική οριοθέτηση δεν αφορά μόνο στο να τηρεί ένα παιδί τους κανόνες, αλλά στο να κατανοεί τόσο τις δικές του ανάγκες όσο και των άλλων. Με απλά λόγια, να μπορεί να πει «δεν μου αρέσει αυτό» και ταυτόχρονα να ακούσει το «όχι» του άλλου χωρίς να το βιώνει ως απόρριψη.
Κεντρικός άξονας σε αυτή τη διαδικασία είναι η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Δεν έχει νόημα να διδάξουμε σε ένα τετράχρονο τον ορισμό της λέξης, αυτό που έχει σημασία είναι να το βοηθήσουμε να μπει, έστω για λίγο, στη θέση του άλλου. Ερωτήσεις όπως «Πώς νομίζεις ότι ένιωσε ο φίλος σου όταν του πήρες το παιχνίδι;» ή «Θυμάσαι πώς νιώθεις όταν δεν σε αφήνουν να παίξεις;» ενεργοποιούν τη συναισθηματική κατανόηση.
Μέσα από τέτοιες παρεμβάσεις στην καθημερινότητα, το παιδί αρχίζει σταδιακά να συνδέει τη συμπεριφορά με τις συναισθηματικές της συνέπειες. Αυτή η σύνδεση αποτελεί τη βάση για την εσωτερίκευση των ορίων όχι ως εξωτερικών κανόνων που επιβάλλονται, αλλά ως εσωτερικών πυξίδων που καθοδηγούν τις σχέσεις.
Ταυτόχρονα, είναι εξίσου σημαντικό να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να εκφράζουν τα δικά τους όρια. Φράσεις όπως «Σε παρακαλώ, σταμάτα», «Δεν μου αρέσει αυτό», «Τώρα είναι η σειρά μου» τους δίνουν γλώσσα για να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Η εκμάθηση αυτών των δεξιοτήτων από νωρίς λειτουργεί προστατευτικά αργότερα, όταν οι κοινωνικές πιέσεις γίνονται πιο έντονες.
Οι γονείς αποτελούν το πιο ισχυρό πρότυπο. Όταν ένα παιδί βλέπει τους ενήλικες να ρωτούν «Είσαι εντάξει με αυτό;» ή να σέβονται ένα «όχι», μαθαίνει ότι ο σεβασμός είναι αμφίδρομος. Ότι το σώμα και τα συναισθήματα ανήκουν στον καθένα.
Ακόμη και σε ζητήματα που θεωρούνται «αθώα», όπως ένα φιλί ή μια αγκαλιά σε συγγενή, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του παιδιού να επιλέγει. Η στοργή δεν μπορεί να επιβάλλεται, χρειάζεται να προσφέρεται και να λαμβάνεται με συναίνεση. Όταν σεβόμαστε το «όχι» ενός παιδιού, του διδάσκουμε έμπρακτα ότι το σώμα του τού ανήκει και ότι τα προσωπικά του όρια έχουν αξία. Η ευγένεια μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους με ένα χαμόγελο, έναν χαιρετισμό, μια λέξη χωρίς να χρειάζεται να παραβιαστεί η αίσθηση ασφάλειας και αυτονομίας του.
Τελικά, τα όρια δεν είναι περιορισμοί. Είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται η ασφάλεια, η αυτοεκτίμηση και οι υγιείς σχέσεις. Και αυτά τα μαθήματα ξεκινούν πολύ νωρίτερα απ’ όσο νομίζουμε.