Όταν το άγχος «μαθαίνεται»: Πώς οι γονείς μπορεί άθελά τους να ενισχύουν το άγχος των παιδιών

Πώς οι γονείς, άθελά τους, μπορεί να ενισχύουν το άγχος των παιδιών; Τι δείχνει η έρευνα για τη γονεϊκή στάση, τη μοντελοποίηση άγχους και τον ρόλο της καθημερινής επικοινωνίας στην ψυχική ανθεκτικότητα.
mother and son

Ως ψυχολόγος, βλέπω συχνά στην πράξη αυτό που η έρευνα επιβεβαιώνει εδώ και χρόνια: το άγχος συχνά «κυκλοφορεί» μέσα στις οικογένειες. Όχι μόνο γιατί μπορεί να υπάρχει μια βιολογική προδιάθεση, αλλά γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο συναισθηματικό κλίμα. Οι μελέτες της συμπεριφορικής γενετικής δείχνουν ξεκάθαρα ότι, πέρα από τα γονίδια, το περιβάλλον και κυρίως ο τρόπος που οι γονείς σχετίζονται, ανησυχούν και αντιδρούν στις δυσκολίες παίζει καθοριστικό ρόλο.

Μια λιγότερο μελετημένη αλλά πολύ σημαντική πλευρά είναι το πώς οι γονείς «δείχνουν» το άγχος τους στα παιδιά. Δηλαδή, ο τρόπος που εκφράζουν τις ανησυχίες τους, αντιδρούν σε δύσκολες καταστάσεις ή μιλούν για πιθανούς κινδύνους μπορεί, χωρίς να το καταλαβαίνουν, να λειτουργεί ως πρότυπο για το παιδί. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Bandura, τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο μέσα από άμεσες εμπειρίες, αλλά και παρατηρώντας τις αντιδράσεις των σημαντικών ενηλίκων. Όταν ένας γονέας εκφράζει συστηματικά ανησυχία, φόβο ή αμφιβολία για τις ικανότητες του παιδιού, το παιδί μπορεί να εσωτερικεύσει αυτές τις ερμηνείες ως απειλητικές ή ως ένδειξη ότι «δεν τα καταφέρνει».

Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη με παιδιά 8–12 ετών και τους γονείς τους, οι ερευνητές θέλησαν να δουν πώς επηρεάζονται τα παιδιά από τον τρόπο που ο γονιός «στέκεται» απέναντι σε μια απαιτητική δοκιμασία. Ζήτησαν λοιπόν από τους γονείς, πριν από ένα τεστ ορθογραφίας, να εκφράσουν είτε ανησυχία είτε εμπιστοσύνη για την επίδοση του παιδιού τους.

Αυτό που φάνηκε ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: όταν ο γονιός εξέφραζε άγχος όχι μόνο με λόγια π.χ. «φοβάμαι μήπως δεν τα καταφέρεις», αλλά και με τον τόνο της φωνής, τη στάση του σώματος ή το βλέμμα, τα παιδιά ένιωθαν περισσότερο άγχος. Ανέφεραν περισσότερες αρνητικές σκέψεις π.χ. «δεν θα τα καταφέρω», «θα αποτύχω» και έδειχναν μεγαλύτερη διάθεση να αποφύγουν τη δοκιμασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η εσωτερική ένταση φάνηκε να επηρεάζει και την ίδια την επίδοσή τους.

Με άλλα λόγια, τα παιδιά δεν ακούν μόνο τι λέμε «διαβάζουν» και πώς το λέμε. Και συχνά, μέσα από αυτές τις μικρές καθημερινές αλληλεπιδράσεις, μαθαίνουν πώς να βλέπουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ιδέα ότι το άγχος δεν μεταδίδεται μόνο βιολογικά, αλλά και μέσω της καθημερινής αλληλεπίδρασης. Η γονεϊκή στάση, οι προσδοκίες και ο τρόπος διαχείρισης των δυσκολιών λειτουργούν ως ισχυρά «μηνύματα» για το πώς το παιδί θα ερμηνεύει τον κόσμο.

Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών δεν στοχεύει στην ενοχοποίηση των γονέων, αλλά στην ενδυνάμωσή τους. Μικρές αλλαγές στον τρόπο επικοινωνίας όπως η ενίσχυση της εμπιστοσύνης και η αποφυγή καταστροφολογικών σχολίων μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά για την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ