Αν ανοίξεις το Instagram αυτή τη στιγμή, το πιθανότερο είναι να δεις μια μαμά να φτιάχνει βιολογικά σνακ σε σχήμα δεινοσαύρου, σε μια κουζίνα που λάμπει, ενώ φοράει το λευκό της λινό πουκάμισο που –περιέργως– δεν έχει ούτε έναν λεκέ από σάλτσα. Την ίδια στιγμή, εσύ πιθανότατα προσπαθείς να θυμηθείς πότε λούστηκες τελευταία φορά και αν το παιδί έφαγε σήμερα κάτι άλλο εκτός από μακαρόνια με τυρί.
Καλώς ήρθες στον κόσμο της σύγχρονης γονεϊκότητας, όπου η πίεση για την τελειότητα έχει γίνει η νέα μας κανονικότητα. Μόνο που αυτή η «τελειότητα» έχει ένα πολύ βαρύ τίμημα, έχει και όνομα: Parental Burnout.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε μη ρεαλιστικά πρότυπα. Θέλουμε να είμαστε οι τέλειοι παιδαγωγοί, οι άψογοι επαγγελματίες, οι αθλητικοί σύντροφοι και οι δημιουργικοί σεφ, όλα την ίδια μέρα. Όμως, η γονεϊκή εξάντληση δεν είναι απλή κούραση που περνάει με έναν καλό ύπνο. Είναι μια κατάσταση συναισθηματικής αποστασιοποίησης και απώλειας της χαράς που προσφέρει η επαφή με τα παιδιά μας.
Ήδη από τη δεκαετία του ’50, ο παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott εισήγαγε τον όρο «Good Enough Parent». Η θεωρία του είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ένα παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο γονέα που δεν κάνει ποτέ λάθη. Χρειάζεται έναν γονέα που είναι «αρκετά καλός».
Γιατί; Γιατί όταν αποτυγχάνουμε μερικές φορές –όταν ξεχνάμε να αγοράσουμε το αγαπημένο τους δημητριακό ή όταν χάνουμε την ψυχραιμία μας και ζητάμε συγγνώμη– διδάσκουμε στο παιδί κάτι πολύτιμο, την ανθεκτικότητα. Του δείχνουμε ότι ο κόσμος δεν καταστρέφεται από ένα λάθος και ότι οι άνθρωποι μπορούν να διορθώνουν τις σχέσεις τους.
Η «μικρή» αφορμή προκαλεί «μεγάλη» έκρηξη. Αν το γάλα που χύθηκε στο χαλί σε κάνει να θέλεις να κλάψεις ή να φωνάξεις για ώρες, το πρόβλημά σου δεν είναι το γάλα. Είναι το άδειο σου «ρεζερβουάρ».
Νιώθεις σαν «ρομπότ». Εκτελείς τις δουλειές (μπάνιο, φαγητό, διάβασμα) μηχανικά, αλλά δεν νιώθεις καμία σύνδεση ή χαρά.
Οι τύψεις είναι η μόνιμη σκιά σου. Νιώθεις ένοχη όταν κάθεσαι 10 λεπτά στο κινητό ή όταν παραγγέλνεις απέξω.
Υπάρχει ένας λόγος που στα αεροπλάνα μας λένε να βάλουμε πρώτα τη δική μας μάσκα οξυγόνου και μετά του παιδιού. Αν εσύ «ασφυκτιάς» από την πίεση, δεν μπορείς να προσφέρεις ηρεμία στο παιδί σου.
Η αυτοφροντίδα είναι πλέον στρατηγική επιβίωσης. Ένας καφές με μια φίλη, ένα μισάωρο περπάτημα ή απλώς το να παραδεχτείς ότι «σήμερα δεν αντέχω άλλο», σε κάνει καλύτερο γονέα, όχι χειρότερο.
Ας βγάλουμε τη στολή του υπερήρωα. Τα παιδιά μας δεν θα θυμούνται αν το σπίτι ήταν πάντα τακτοποιημένο ή αν τα παιχνίδια τους ήταν μόνο ξύλινα και οικολογικά. Θα θυμούνται έναν γονέα που ήταν εκεί, που γελούσε μαζί τους, που έκανε λάθη και που τους έμαθε ότι είναι οκ να είσαι απλώς άνθρωπος.
Είσαι μια αρκετά καλή μαμά. Είσαι ένας αρκετά καλός μπαμπάς. Και αυτό είναι υπεραρκετό.