Η αλόγιστη κατανάλωση συμπληρωμάτων διατροφής αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο διαδεδομένα –και συχνά υποτιμημένα– λάθη υγείας της σύγχρονης εποχής. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ολοένα και περισσότεροι πολίτες καταφεύγουν σε βιταμίνες, όπως η D και η Β12, όχι κατόπιν ιατρικής σύστασης, αλλά επηρεασμένοι από τάσεις, «συμβουλές» του διαδικτύου ή τη λογική ότι «αφού τις παίρνουν όλοι, κάνουν καλό».
Ωστόσο, η πραγματικότητα απέχει από αυτή την αντίληψη. Οι βιταμίνες, όταν λαμβάνονται χωρίς λόγο ή σε ακατάλληλες δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν επιπλοκές, ενώ ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η ανεξέλεγκτη προμήθεια σκευασμάτων αμφιβόλου ποιότητας μέσω διαδικτύου, χωρίς καμία επιστημονική καθοδήγηση.
Τις επισημάνσεις αυτές διατυπώνει ο ενδοκρινολόγος και ακαδημαϊκός συνεργάτης του Εργαστηρίου Βιοχημείας της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, Σπύρος Καρράς, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή την εισήγησή του με τίτλο «Βιταμίνη D και Βιταμίνη Β12 – Σε ποιους, πότε και πώς;», που θα παρουσιαστεί στο 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εφαρμοσμένης Φαρμακευτικής στη Θεσσαλονίκη, στις 28 και 29 Μαρτίου.
Η βιταμίνη D και ο μύθος της καθολικής ανάγκης
Η βιταμίνη D αποτελεί βασικό παράγοντα για την υγεία των οστών και των μυών, με το μεγαλύτερο ποσοστό της να παράγεται μέσω της έκθεσης στον ήλιο και σε μικρότερο βαθμό μέσω της διατροφής. Παρ’ όλα αυτά, η ανεπάρκειά της είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη ακόμη και σε χώρες με υψηλή ηλιοφάνεια, όπως η Ελλάδα.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, με πολλές ώρες σε εσωτερικούς χώρους και συστηματική χρήση αντηλιακών, περιορίζει σημαντικά τη σύνθεση της βιταμίνης στον οργανισμό. Μελέτες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού εμφανίζει χαμηλά επίπεδα, γεγονός που συνδέεται με προβλήματα όπως οστεομαλακία, ραχίτιδα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων στους ηλικιωμένους. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις για πιθανή επίδραση στη ρύθμιση του σακχάρου.
Παρά τη συχνότητα της ανεπάρκειας, οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι δεν δικαιολογείται η οριζόντια χορήγηση συμπληρωμάτων στον γενικό πληθυσμό. Η διάγνωση γίνεται κυρίως μέσω αιματολογικών εξετάσεων, ενώ τα συμπτώματα –όταν υπάρχουν– μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, μυϊκή αδυναμία ή οστικούς πόνους.
Η χορήγηση βιταμίνης D προτείνεται κυρίως σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως ηλικιωμένοι, έγκυες, άτομα με οστεοπόρωση ή δυσαπορρόφηση, καθώς και σε ασθενείς που λαμβάνουν συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές. Η αξιολόγηση βασίζεται στη μέτρηση της 25(OH)D, ενώ δεν συνιστάται προληπτικός έλεγχος σε υγιή άτομα χωρίς ενδείξεις.
Η δοσολογία καθορίζεται εξατομικευμένα, ανάλογα με τα επίπεδα ανεπάρκειας. Σε περιπτώσεις σοβαρής έλλειψης απαιτείται εντατικότερη αγωγή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με επανεκτίμηση μετά από λίγους μήνες. Αν και η υπερβιταμίνωση είναι σπάνια, η ανεξέλεγκτη χρήση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισής της.
Όσον αφορά τον συνδυασμό με βιταμίνη Κ2, αν και έχει προταθεί ότι συμβάλλει στον μεταβολισμό του ασβεστίου, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν στηρίζουν τη γενικευμένη χρήση του σε όλους τους ασθενείς. Η ανάγκη για τέτοιους συνδυασμούς εξετάζεται κατά περίπτωση.
Βιταμίνη Β12: οι ομάδες που χρειάζονται προσοχή
Η βιταμίνη Β12 είναι απαραίτητη για τη σύνθεση DNA, τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και την παραγωγή αίματος. Αν και η ανεπάρκειά της δεν είναι τόσο διαδεδομένη στον γενικό πληθυσμό, εμφανίζεται συχνότερα σε συγκεκριμένες ομάδες.
Στους ηλικιωμένους, τα ποσοστά μπορεί να φτάσουν το 10% έως 15%, ενώ αυξημένος κίνδυνος παρατηρείται σε άτομα με γαστρεντερικές παθήσεις, σε όσους ακολουθούν αυστηρή φυτοφαγική διατροφή, καθώς και σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα όπως η μετφορμίνη ή οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων.
Τα συμπτώματα της έλλειψης περιλαμβάνουν κόπωση, αναιμία, αιμωδίες στα άκρα, προβλήματα ισορροπίας και διαταραχές μνήμης. Σε προχωρημένα στάδια, μπορεί να προκληθούν νευρολογικές βλάβες που δεν είναι πάντα αναστρέψιμες.
Οι κίνδυνοι της υπερβολής και η σημασία της καθοδήγησης
Η υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση βιταμινών δεν είναι χωρίς συνέπειες. Στην περίπτωση της βιταμίνης D, η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα, προκαλώντας νεφρολιθίαση, νεφρική δυσλειτουργία και άλλες σοβαρές επιπλοκές.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστικός είναι ο ρόλος του φαρμακοποιού, ο οποίος καλείται να εντοπίσει άτομα που ανήκουν σε ομάδες κινδύνου, να παρέχει αξιόπιστη ενημέρωση, να ελέγχει πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και να αποτρέπει την άσκοπη χρήση συμπληρωμάτων. Όταν απαιτείται, η παραπομπή σε ιατρό είναι απαραίτητη.
Το βασικό συμπέρασμα, όπως τονίζεται, είναι ότι η λήψη βιταμινών D και Β12 δεν πρέπει να γίνεται μηχανικά, αλλά να βασίζεται σε τεκμηριωμένες ιατρικές ενδείξεις και εξατομικευμένη αξιολόγηση. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί πραγματικό όφελος για την υγεία, χωρίς περιττούς κινδύνους.