«Δεν έχω ανάγκη κανέναν». Πίσω από αυτή τη φράση δεν κρύβεται πάντα δύναμη. Πολύ συχνά κρύβεται ένας μηχανισμός επιβίωσης που δημιουργήθηκε χρόνια πριν. Η αποφευκτική προσκόλληση (avoidant attachment) είναι ένα από τα τέσσερα βασικά στυλ δεσμού και επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους στην ενήλικη ζωή.
Σύμφωνα με τη Θεωρία της Προσκόλλησης, όταν ένα παιδί μεγαλώνει με φροντιστές που ανταποκρίνονται με συνέπεια και ευαισθησία στις συναισθηματικές του ανάγκες, αναπτύσσει ένα αίσθημα ασφάλειας. Όταν όμως οι ανάγκες του για παρηγοριά, εγγύτητα ή συναισθηματική έκφραση συστηματικά αγνοούνται ή απορρίπτονται, το παιδί μαθαίνει ότι η ευαλωτότητα δεν είναι ασφαλής. Έτσι, σταδιακά καταστέλλει την ανάγκη του για συναισθηματική σύνδεση και βασίζεται αποκλειστικά στον εαυτό του.
Στην ενήλικη ζωή, οι άνθρωποι με αποφευκτικό στυλ προσκόλλησης συχνά δείχνουν αυτάρκεις, επιτυχημένοι και κοινωνικοί. Μπορεί να έχουν πολλούς γνωστούς και να λειτουργούν άψογα επαγγελματικά, όμως δυσκολεύονται να επιτρέψουν στους άλλους να τους γνωρίσουν πραγματικά. Η έκφραση συναισθημάτων, η εξάρτηση από έναν σύντροφο ή η βαθιά οικειότητα μπορεί να τους προκαλούν έντονη δυσφορία.
Όταν μια σχέση αρχίζει να γίνεται πιο σοβαρή, δεν είναι ασυνήθιστο να απομακρύνονται, να υψώνουν συναισθηματικά «τείχη» ή ακόμη και να αναζητούν ασήμαντες αφορμές για να τερματίσουν τη σχέση. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν αγαπούν. Συχνά σημαίνει ότι η συναισθηματική εγγύτητα ενεργοποιεί έναν παλιό, ασυνείδητο φόβο: ότι αν αφεθούν πραγματικά κοντά σε έναν άνθρωπο, θα πληγωθούν, θα απορριφθούν, θα απογοητευτούν ή θα βρεθούν σε μια θέση συναισθηματικής εξάρτησης που τους κάνει να νιώθουν ευάλωτοι και εκτεθειμένοι.
Τυπικά χαρακτηριστικά του αποφευκτικού δεσμού είναι η δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων, η ανάγκη για υπερβολική ανεξαρτησία, η δυσπιστία απέναντι στους άλλους και η τάση να αποσύρονται όταν νιώθουν πίεση για μεγαλύτερη οικειότητα. Ενεργοποιητικοί παράγοντες μπορεί να είναι η απαίτηση για περισσότερη εγγύτητα, η αίσθηση ότι χάνουν την αυτονομία τους ή η έκθεση στην ευαλωτότητα.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το στυλ προσκόλλησης δεν αποτελεί μόνιμη «ταυτότητα». Μέσα από την αυτογνωσία, την κατανόηση των εμπειριών που διαμόρφωσαν το στυλ προσκόλλησής μας, την αναγνώριση των συναισθηματικών μας «ενεργοποιητών» και την εξάσκηση σε νέους τρόπους επικοινωνίας, μπορούμε σταδιακά να νιώσουμε μεγαλύτερη ασφάλεια στις σχέσεις μας. Για πολλούς ανθρώπους, η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα ασφαλές πλαίσιο για να υποστηρίξει αυτή τη μετάβαση. Η δημιουργία ασφαλών σχέσεων βοηθά σταδιακά το άτομο να αναθεωρήσει την πεποίθηση ότι η οικειότητα είναι επικίνδυνη.
Η ανεξαρτησία είναι πολύτιμη. Όταν όμως γίνεται ασπίδα απέναντι στη συναισθηματική σύνδεση, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε: προστατεύουμε πραγματικά τον εαυτό μας ή απλώς αναπαράγουμε ένα μοτίβο που κάποτε μας βοήθησε να επιβιώσουμε, αλλά σήμερα μας στερεί την ουσιαστική εγγύτητα που όλοι έχουμε ανάγκη;