Co-Sleeping στην παιδική ηλικία

Το παιδί μου κοιμάται μαζί μου επειδή το χρειάζεται ή επειδή το χρειάζομαι κι εγώ;

Υπάρχει μια ερώτηση που πολλοί γονείς σκέφτονται, αλλά λίγοι λένε δυνατά: Το παιδί μου κοιμάται μαζί μου επειδή το χρειάζεται ή επειδή το χρειάζομαι κι εγώ; Κι όμως, ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο έντιμες ερωτήσεις που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του.

Γιατί το co-sleeping, η πρακτική του να μοιράζεσαι το κρεβάτι ή το δωμάτιο με το παιδί σου, δεν είναι απλώς θέμα ύπνου. Είναι συχνά ένας καθρέφτης της σχέσης. Και όπως κάθε καθρέφτης, μερικές φορές δείχνει πράγματα που δεν είναι πάντα εύκολο να αντικρίσουμε.

Τα πρώτα χρόνια: Όταν η εγγύτητα είναι ανάγκη

Στα βρέφη, η σωματική παρουσία τη νύχτα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βιολογική ανάγκη. Το μωρό δεν μπορεί ακόμη να ρυθμιστεί μόνο του, δανείζεται το νευρικό σύστημα του γονιού. Ηρεμεί από την αναπνοή, τη φωνή, τη θερμοκρασία, την αγκαλιά.

Όταν κάποιος ανταποκρίνεται γρήγορα στο κλάμα του, δεν το μαθαίνει να «χειραγωγεί». Το μαθαίνει ότι ο κόσμος είναι ασφαλής. Και πάνω σε αυτή την αίσθηση ασφάλειας χτίζεται αργότερα η εμπιστοσύνη στους άλλους, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.

Όταν μεγαλώνει το παιδί, αλλάζει και το νόημα

Όμως αυτό που είναι ανάγκη στους πρώτους μήνες της ζωής, δεν σημαίνει πως έχει την ίδια λειτουργία στα οκτώ ή στα δέκα χρόνια. Εκεί τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα. Γιατί πολλές φορές το κοινό κρεβάτι δεν αφορά μόνο στην εγγύτητα, αλλά και στο άγχος.

Σε παιδιά σχολικής ηλικίας που δυσκολεύονται με φόβους, ανησυχία ή έντονο άγχος, ο κοινός ύπνος εμφανίζεται συχνότερα. Και αξίζει να το δούμε με κατανόηση καθώς συνήθως δεν πρόκειται για “λάθος” γονείς. Πρόκειται για γονείς που βλέπουν το παιδί τους να δυσκολεύεται και κάνουν ό,τι ξέρουν για να το ανακουφίσουν. Αυτό είναι αγάπη. Αλλά μερικές φορές μπορεί, χωρίς να το θέλουμε, να γίνει και παγίδα.

Το παράδοξο της ανακούφισης

Αυτό που ηρεμεί απόψε, μπορεί να δυσκολεύει αύριο. Το παιδί δεν εξασκείται στο να περνά μόνο του τη μετάβαση προς τον ύπνο, αυτή τη μικρή, καθημερινή άσκηση στο να αντέχει λίγο μόνο του. Ο γονιός, από την άλλη, δεν μαθαίνει να αντέχει τη δυσφορία του παιδιού χωρίς να τη σβήνει αμέσως.

Και έτσι, σιγά σιγά, μια λύση της στιγμής μπορεί να γίνει μόνιμος μηχανισμός. Η συνήθεια γίνεται σύστημα. Και το σύστημα αρχίζει να συντηρεί ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι λύνει.

Το ερώτημα που μετράει

Δεν υπάρχει μία σωστή απάντηση για όλες τις οικογένειες. Υπάρχει όμως μία σημαντική ερώτηση: Το επιλέγουμε ή νιώθουμε πως δεν γίνεται αλλιώς;

Πώς φτάσατε εδώ; Ήταν συνειδητή επιλογή από την αρχή ή έγινε σιγά σιγά, χωρίς να το αποφασίσετε ποτέ πραγματικά; Ξεκίνησε σε μια δύσκολη περίοδο όπως αρρώστια, φόβος, αλλαγές και απλώς έμεινε;

Η διαφορά ανάμεσα στο «επιλέγω να κοιμάμαι με το παιδί μου» και στο «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς» είναι τεράστια, ακόμη κι αν εξωτερικά μοιάζουν ίδια.

Είναι επιλογή εγγύτητας; Είναι τρόπος διαχείρισης άγχους του παιδιού ή και του γονιού; Είναι κάτι που κρατά μια εύθραυστη ισορροπία μέσα στο σπίτι, την οποία κανείς δεν θέλει να ταράξει;

Αν κάποια από αυτές τις ερωτήσεις σας φέρνει αμηχανία, μην τη βιαστείτε να την απορρίψετε. Η δυσφορία δεν είναι πάντα σημάδι κινδύνου. Πολύ συχνά είναι το σημείο από όπου ξεκινά μια χρήσιμη συνειδητοποίηση.

Ο πραγματικός στόχος

Ο στόχος δεν είναι απλώς να “βγει” το παιδί από το κρεβάτι των γονιών. Ο στόχος είναι να βοηθηθεί ώστε να νιώθει ασφαλές και αυτόνομο, ακόμη κι όταν οι γονείς δεν είναι δίπλα του. Γιατί μεγαλώνω παιδί δεν σημαίνει να το κρατώ πάντα κοντά. Σημαίνει να το βοηθώ, σιγά σιγά, να μπορεί να στέκεται και χωρίς εμένα. Να με χρειάζεται λιγότερο, χωρίς να με αγαπά λιγότερο.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ