Δεν θα σου πω ψέματα. Όταν αποφάσισα να κάνω 40 ώρες νηστείας, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν: «Πώς θα αντέξω την πείνα;»
Τελικά, η πείνα δεν ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι.
Οι πρώτες ώρες πέρασαν σχεδόν αδιάφορα. Μέχρι τις 6 ώρες, το σώμα μου λειτουργούσε σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα σαν να ζούσα με μια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με την πραγματικότητα.
Μετά, κάπου ανάμεσα στις 6 και 12 ώρες, ήρθε το πρώτο «crash». Όχι απαραίτητα σωματικό αλλά νοητικό. Σκεφτόμουν το φαγητό συνέχεια. Και εκεί συνειδητοποίησα κάτι που ως ψυχολόγος λέω συχνά, αλλά δεν είχα νιώσει τόσο έντονα:
Δεν πεινάμε μόνο επειδή το σώμα το χρειάζεται. Πεινάμε και από συνήθεια, ρυθμό, συναίσθημα.
Κάπου στις 12 ώρες, το σώμα μου έκανε κάτι εντυπωσιακό: άλλαξε καύσιμο. Άρχισε να καίει λίπος, να παράγει κετόνες, να προσαρμόζεται για να επιβιώσει. Και εγώ; Ένιωθα ταυτόχρονα αδύναμη και σχεδόν σαν να είχε “ηρεμήσει” κάτι μέσα μου.
Και μετά ήρθε κάτι που δεν περίμενα καθόλου.
Η ηρεμία.
Γύρω στις 24 ώρες, η πείνα έπαψε να είναι θόρυβος. Το σώμα είχε μπει σε μια άλλη λειτουργία. Πιο «ήσυχη». Πιο εσωτερική. Σε αυτό το στάδιο, ενεργοποιείται και η αυτοφαγία, μια διαδικασία όπου το σώμα «καθαρίζει» και ανανεώνεται σε κυτταρικό επίπεδο. Δεν τη νιώθεις, αλλά ξέρεις ότι κάτι βαθύ συμβαίνει.
Προς το τέλος, στις 36–40 ώρες, υπήρχε κόπωση, αλλά όχι πανικός. Ο εγκέφαλός μου ήταν πιο ήσυχος από ό,τι συνήθως. Λιγότερος θόρυβος, περισσότερη παρουσία.
Και μετά, το φαγητό.
Όχι σαν ανταμοιβή. Σαν επιστροφή.
Το σώμα επανέρχεται σταδιακά, ενεργοποιεί την πέψη, αλλάζει ορμόνες, αφήνει πίσω τη «λειτουργία επιβίωσης» και μπαίνει ξανά στη «λειτουργία φροντίδας».
Αλλά αν πρέπει να κρατήσω κάτι από αυτή την εμπειρία, δεν είναι τα βιολογικά στάδια.
Είναι αυτό:
Το σώμα μας δεν είναι τόσο εύθραυστο όσο νομίζουμε.
Αλλά ούτε και τόσο «βουβό».
Και ίσως το πιο δύσκολο δεν είναι να μην φας για 40 ώρες.
Είναι να αντέξεις να μείνεις με τον εαυτό σου χωρίς να τον «γεμίσεις» με κάτι.
Και κάτι που δεν περίμενα να κάνει τόσο μεγάλη διαφορά: δεν το έκανα μόνη μου. Δύο ακόμη μέλη της οικογένειάς μου μπήκαν σε αυτή την εμπειρία μαζί μου. Και κάπως, αυτό το έκανε πιο εύκολο. Όχι γιατί δεν υπήρχαν δύσκολες στιγμές, αλλά γιατί τις μοιραζόμασταν. Υπήρχε μια σιωπηλή κατανόηση σαν να λέγαμε ο ένας στον άλλον «είμαι κι εγώ εδώ».
Εσύ; Θα το δοκίμαζες;