Δυσλεξία στα παιδιά: Πώς αναγνωρίζεται, πότε χρειάζεται αξιολόγηση και πώς μπορούν να βοηθήσουν γονείς και σχολείο

της Στεφανίας Μπουσμπουρέλη, Συστημικής Ψυχολόγου

Η δυσλεξία είναι η πιο συχνή μαθησιακή δυσκολία και αφορά περίπου ένα στα πέντε παιδιά. Παρότι συνδέεται κυρίως με την ανάγνωση, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τους ήχους της γλώσσας. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί δυσκολεύεται να «σπάσει» τις λέξεις σε μικρότερα κομμάτια και να τις συνδέσει με τα αντίστοιχα γράμματα. Σημαντικό είναι να τονιστεί από την αρχή: η δυσλεξία δεν σχετίζεται με τη νοημοσύνη. Παιδιά με δυσλεξία μπορούν να είναι εξίσου ικανά, δημιουργικά και ευφυή με τους συνομηλίκους τους.

Τα πρώτα σημάδια συχνά εμφανίζονται ήδη από την προσχολική ηλικία. Ένα παιδί μπορεί να αργεί να μιλήσει, να δυσκολεύεται με απλές ρίμες ή να μπερδεύει έννοιες όπως το δεξιά–αριστερά. Με την είσοδο στο σχολείο, οι δυσκολίες γίνονται πιο εμφανείς: αργή και κοπιαστική ανάγνωση, συχνές ορθογραφικές δυσκολίες, αντιστροφές γραμμάτων ή αριθμών και έντονη κόπωση κατά το διάβασμα. Πολλά παιδιά προσπαθούν να απομνημονεύσουν λέξεις για να «αντισταθμίσουν» τη δυσκολία στην αποκωδικοποίηση, όμως αυτό συχνά δεν αρκεί όσο αυξάνονται οι σχολικές απαιτήσεις.

Πέρα από τη σχολική επίδοση, η δυσλεξία μπορεί να έχει σημαντικό συναισθηματικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Παιδιά που δεν έχουν ακόμη διαγνωστεί συχνά νιώθουν ότι «κάτι δεν πάει καλά» με τα ίδια, κατηγορούνται ότι δεν προσπαθούν αρκετά και αρχίζουν να αμφισβητούν τις ικανότητές τους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απογοήτευση και η αποφυγή δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το διάβασμα δεν είναι σπάνιες.

Η διάγνωση της δυσλεξίας βασίζεται σε μια συνολική αξιολόγηση, η οποία εξετάζει τις αναγνωστικές δεξιότητες σε σχέση με το γνωστικό δυναμικό του παιδιού. Συνήθως συστήνεται να γίνεται μετά τα πρώτα χρόνια συστηματικής διδασκαλίας της ανάγνωσης, γύρω στα 6–7 έτη. Η έγκαιρη αξιολόγηση είναι κρίσιμη: όσο νωρίτερα υπάρξει παρέμβαση, τόσο μειώνεται το ακαδημαϊκό και συναισθηματικό κόστος για το παιδί.

Η υποστήριξη ενός παιδιού με δυσλεξία είναι αποτελεσματικότερη όταν είναι πολυεπίπεδη. Στο σχολείο, αυτό μπορεί να σημαίνει εξατομικευμένη διδασκαλία, περισσότερο χρόνο στις εξετάσεις, δυνατότητα προφορικών απαντήσεων ή χρήση τεχνολογικών βοηθημάτων. Στο σπίτι, οι γονείς μπορούν να ενισχύσουν το παιδί αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, όχι μόνο το αποτέλεσμα, και αναδεικνύοντας τα δυνατά του σημεία σε άλλους τομείς, όπως η μουσική, ο αθλητισμός ή η δημιουργικότητα.

Τέλος, ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα είναι ότι η δυσλεξία δεν είναι κάτι από το οποίο “θεραπεύεται” κανείς, αλλά κάτι με το οποίο μαθαίνει να ζει και να εξελίσσεται. Με τη σωστή εκπαιδευτική και συναισθηματική στήριξη, τα παιδιά με δυσλεξία μπορούν όχι μόνο να μάθουν να διαβάζουν, αλλά και να αναπτύξουν αυτοπεποίθηση και ανθεκτικότητα — δεξιότητες που θα τους συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή.

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ