«Έφυγε» η βασίλισσα των πουά: Η συγκλονιστική ζωή της Γιαγιόι Κουσάμα – Πώς μετέτρεψε τους δαίμονές της σε παγκόσμια τέχνη

Η Γιαγιόι Κουσάμα, η πρωτοπόρος εικαστικός που κατάφερε να κάνει όλο τον πλανήτη να ερωτευτεί τα πολύχρωμα πουά, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών
facebook

Η Γιαγιόι Κουσάμα, η πρωτοποριακή Ιαπωνίδα εικαστικός που κατάφερε να μετατρέψει τους προσωπικούς της δαίμονες σε ένα παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών. Η καλλιτέχνιδα, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες επέλεξε να ζει και να δημιουργεί εθελοντικά μέσα σε ψυχιατρική κλινική, υπήρξε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της σύγχρονης τέχνης. Με τη χαρακτηριστική κόκκινη περούκα της, τις γιγαντιαίες κολοκύθες και τα πολύχρωμα πουά που κάλυπταν κάθε της δημιουργία, η Κουσάμα σφράγισε ανεξίτηλα την αβανγκάρντ σκηνή.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της εταιρείας της, απεβίωσε ειρηνικά σε νοσοκομείο του Τόκιο στις 14 Αυγούστου. Μέχρι και τις τελευταίες της στιγμές δεν άφησε ποτέ το πινέλο από το χέρι, συνεχίζοντας να ζωγραφίζει και να εξερευνά τις έννοιες της αιώνιας αγάπης. Η διαδρομή της υπήρξε μια καθολική αφιέρωση στη δημιουργία, καλύπτοντας τις εικαστικές τέχνες, τις περφόρμανς, την ποίηση και τη μυθοπλασία.

Από την περιφρόνηση της Νέας Υόρκης στη σιωπηρή αδικία

Αν και στα 80 και 90 της χρόνια η Κουσάμα λατρεύτηκε ως παγκόσμιο icon, η καταξίωση άργησε δεκαετίες να έρθει. Όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1960, ήρθε αντιμέτωπη με μια αυστηρά ανδροκρατούμενη καλλιτεχνική σκηνή. Οι εκθέσεις της, οι οποίες περιλάμβαναν υφασμάτινα φαλλικά γλυπτά και τολμηρές αναπαραστάσεις γυμνού, προκάλεσαν αμέσως σάλο, ενώ στην πατρίδα της την αντιμετώπισαν με περιφρόνηση.

Παράλληλα, βίωσε τη βαθιά απογοήτευση όταν είδε τις πρωτοποριακές της ιδέες να οικειοποιούνται από άνδρες συγχρόνους της —ανάμεσά τους ο Άντι Γουόρχολ, ο Κλάες Όλντενμπουργκ και ο Λούκας Σαμάρας— οι οποίοι απολάμβαναν την προβολή των μεγάλων γκαλερί. Συντετριμμένη από την έλλειψη αναγνώρισης και τις δικές της ψυχικές μάχες, αποφάσισε να επιστρέψει στην Ιαπωνία.

Το καταφύγιο της θεραπείας και η αναγέννηση μέσα από την τέχνη

Στην πατρίδα της, η Κουσάμα βρήκε τη σωτηρία εισαγόμενη οικειοθελώς σε μια ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο, όπου οι θεράποντες ιατροί εφάρμοζαν την τέχνη ως θεραπευτικό μέσο. Αυτό το ασφαλές περιβάλλον μετατράπηκε στο μόνιμο σπίτι και εργαστήριό της για το υπόλοιπο της ζωής της, επιτρέποντάς της να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο έργο της.

Κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές του ’80, η δημιουργία της στράφηκε σε πιο σκοτεινά κολάζ που αποτύπωναν τους φυσικούς κύκλους της ζωής και του θανάτου. Η μεγάλη καμπή, όμως, ήρθε το 1993, όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που εκπροσώπησε μεμονωμένα την Ιαπωνία στη Μπιενάλε της Βενετίας —27 χρόνια μετά την πρώτη της παρέμβαση εκεί, όταν είχε απλώσει απρόσκλητη 1.500 σφαίρες-καθρέφτες στο έδαφος. Η θριαμβευτική επιτυχία της έκθεσης άλλαξε ριζικά τον τρόπο που την αντιμετώπιζε πλέον ο παγκόσμιος χάρτης της τέχνης.

Οι παραισθήσεις των παιδικών χρόνων και το μυστήριο του Σύμπαντος

Η εμμονή της Κουσάμα με τις βούλες και τα ατελείωτα μοτίβα δεν ήταν απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά το αποτέλεσμα έντονων οραμάτων που βίωνε από παιδί. Όπως είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της, μια μέρα, κοιτάζοντας ένα τραπεζομάντιλο με κόκκινα λουλούδια, είδε το ίδιο μοτίβο να εξαπλώνεται στους τοίχους, στην οροφή και τελικά να καλύπτει το ίδιο της το σώμα.

Αυτή την αίσθηση της «κατάποσης» από το άπειρο την ενσάρκωσε με τον πιο θεαματικό τρόπο στα περίφημα «Infinity Mirror Rooms». Χρησιμοποιώντας καθρέφτες και φώτα, δημιούργησε δωμάτια που έδιναν την ψευδαίσθηση του απέραντου διαστήματος. Οι εκθέσεις αυτές προκάλεσαν πρωτοφανή κοσμοσυρροή. Στο Tate Modern του Λονδίνου, η αναδρομική της έκθεση παρέμεινε ανοιχτή για τρία ολόκληρα χρόνια λόγω της τεράστιας ζήτησης, αποτελώντας την πιο δημοφιλή έκθεση στην ιστορία του μουσείου, καθώς οι επισκέπτες ένιωθαν ότι βύθιζαν τις αισθήσεις τους στα μυστήρια του Σύμπαντος.

Η κολοκύθα ως σύμβολο ηρεμίας και η παγκόσμια καταξίωση

Ανάμεσα στα πολλά μοτίβα που σημάδεψαν την καριέρα της, η κολοκύθα κατείχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Για την Κουσάμα, το παρεξηγημένο αυτό λαχανικό συμβόλιζε τη σταθερότητα, την άνεση και τη νοσταλγία. «Οι κολοκύθες μου μιλάνε. Ενσαρκώνουν μια αίσθηση ζεστής ηρεμίας», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, μετατρέποντάς τις σε μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα γλυπτά στον κόσμο.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η επίδραση της Κουσάμα ξεπέρασε τα όρια των μουσείων. Ο οίκος Louis Vuitton κάλυψε το κεντρικό του κατάστημα στο Παρίσι με τα πολύχρωμα πουά της, στήνοντας ένα γιγαντιαίο γλυπτό της στην πρόσοψη, ενώ τα έργα της έγιναν τα πιο περιζήτητα φόντα στην εποχή των social media.

Έχοντας τιμηθεί με το σπουδαίο Βραβείο Asahi στην Ιαπωνία και βλέποντας τους πίνακές της να δημοπρατούνται για ποσά που ξεπερνούσαν τα 10 εκατομμύρια δολάρια, η Γιαγιόι Κουσάμα αποσύρθηκε από τον κόσμο ως η πιο κερδοφόρα και επιδραστική γυναίκα καλλιτέχνιδα της εποχής μας. Άφησε πίσω της μια κληρονομιά που απέδειξε ότι η ελπίδα, το θαύμα και η ομορφιά μπορούν να γεννηθούν ακόμα και μέσα από τα πιο βαθιά σκοτάδια του ανθρώπινου μυαλού.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ