«Κοίτα πόσο διαβασμένη είναι η Μαρία», «Στην ηλικία σου ο αδερφός σου ήξερε σε ποιο πανεπιστήμιο ήθελε να περάσει». Φράσεις σαν κι αυτές έχουν ακουστεί σε αμέτρητα σπίτια, συνήθως με πρόθεση να παρακινήσουν ένα παιδί να προσπαθήσει περισσότερο.
Όμως η ψυχολογία των παιδιών λειτουργεί πολύ διαφορετικά από όσο συχνά πιστεύουν οι ενήλικες.
Όταν ένα παιδί συγκρίνεται διαρκώς με κάποιον άλλο, δεν ακούει «μπορείς να εξελιχθείς». Ακούει «δεν είσαι αρκετός όπως είσαι τώρα». Και αυτό δεν δημιουργεί έμπνευση. Δημιουργεί ντροπή, άγχος και αίσθηση ανεπάρκειας.
Στη συστημική θεραπεία βλέπουμε συχνά ενήλικες που κουβαλούν ακόμη μέσα τους αυτή τη σύγκριση. Ανθρώπους που δυσκολεύονται να νιώσουν ικανοποίηση από τις επιτυχίες τους γιατί πάντα κάποιος ήταν «καλύτερος», πιο επιτυχημένος ή πιο αποδεκτός.
Η συνεχής σύγκριση διδάσκει στο παιδί ότι η αξία του είναι σχετική. Ότι για να νιώθει αρκετό πρέπει να υπερέχει έναντι κάποιου άλλου. Αυτό όμως δημιουργεί εύθραυστη αυτοεκτίμηση, γιατί η αίσθηση αξίας εξαρτάται συνεχώς από εξωτερικά μέτρα.
Αντίθετα, η αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει ότι τα παιδιά κινητοποιούνται περισσότερο όταν αναγνωρίζεται η προσωπική τους πρόοδος. Όταν η σύγκριση γίνεται με τον προηγούμενο εαυτό τους και όχι με κάποιον άλλο.
Η φράση «θυμάσαι πόσο δύσκολο σου φαινόταν αυτό πριν λίγους μήνες;» βοηθά το παιδί να δει τη δική του εξέλιξη. Του δείχνει ότι η προσπάθεια έχει αξία και ότι η πορεία του αναγνωρίζεται.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται να νιώθουν καλύτερα από τους άλλους για να ανθίσουν. Χρειάζονται να νιώθουν ότι τα βλέπουν, τα αποδέχονται και τα ενθαρρύνουν γι’ αυτό που είναι.
Γιατί η αληθινή αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται μέσα από τον ανταγωνισμό. Γεννιέται όταν ένα παιδί αισθάνεται ότι η αξία του δεν εξαρτάται από τη σύγκριση.