Είναι μια σκηνή που πολλοί γονείς αναγνωρίζουν: προσφέρεις κάτι με καλή πρόθεση και ο έφηβος απέναντί σου δεν ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο… μπορεί να μην πει καν «ευχαριστώ», όχι απαραίτητα από αγένεια, αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή δεν νιώθει ότι είναι κάτι που χρειάζεται. Η αντίδρασή του είναι πιο άμεση, πιο συναισθηματική και λιγότερο φιλτραρισμένη.
Μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό eLife δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα απάντηση σε αυτό που συχνά παρατηρούμε στην καθημερινότητα με τους εφήβους. Οι έφηβοι δεν δυσκολεύονται να καταλάβουν πότε κάποιος είναι ευγενικός ή συνεργατικός το αντιλαμβάνονται εξίσου καλά με τους ενήλικες. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην αντίληψη, αλλά σε αυτό που ακολουθεί μετά.
Για να το μελετήσουν αυτό, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το γνωστό «Δίλημμα του Φυλακισμένου», ένα πείραμα όπου κάθε άτομο καλείται να επιλέξει αν θα συνεργαστεί ή αν θα κινηθεί με βάση το προσωπικό του όφελος. Εκεί φάνηκε κάτι πολύ χαρακτηριστικό: οι έφηβοι, παρότι έβλεπαν ότι ο άλλος συνεργάζεται σταθερά, δεν ένιωθαν την ίδια ώθηση να ανταποδώσουν. Αντίθετα, οι ενήλικες είχαν την τάση να «ανεβάζουν» τη δική τους συνεργατικότητα όταν αντιλαμβάνονταν καλές προθέσεις από άλλους. Με απλά λόγια, οι έφηβοι βλέπουν την καλοσύνη αλλά δεν κινητοποιούνται το ίδιο εύκολα να τη συνεχίσουν.
Το ενδιαφέρον είναι πως οι έφηβοι αντιδρούσαν άμεσα όταν κάποιος τους «πρόδιδε», σταματούσαν κι εκείνοι να συνεργάζονται. Δηλαδή, η «άμυνα» λειτουργεί. Αυτό που δεν έχει ακόμη ωριμάσει πλήρως είναι η «πρωτοβουλία» της καλοσύνης.
Και εδώ έρχεται η νευροεπιστήμη να συμπληρώσει την εικόνα. Ο προμετωπιαίος φλοιός, η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη λήψη αποφάσεων, τον έλεγχο των παρορμήσεων και την αξιολόγηση μακροπρόθεσμων συνεπειών, είναι από τα τελευταία συστήματα που ωριμάζουν πλήρως, συχνά μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι οι έφηβοι μπορεί να «βλέπουν» την καλοσύνη, αλλά να μην έχουν ακόμη την ίδια νευροβιολογική ετοιμότητα να τη μετατρέψουν σε πράξη με προοπτική σχέσης.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτό δεν είναι ένδειξη εγωκεντρισμού αλλά αναπτυξιακό στάδιο. Ο εφηβικός εγκέφαλος δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο άμεσο προσωπικό όφελος, ενώ η αξία της αμοιβαιότητας, το νόημα του «δίνω για να χτίσω σχέση» βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Η εφηβεία, άλλωστε, είναι μια περίοδος επαναδιαπραγμάτευσης: της ταυτότητας, των ορίων, των σχέσεων. Οι νέοι δοκιμάζουν, αποσύρονται, επαναπροσδιορίζουν. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η συνεργασία δεν είναι αυτονόητη, είναι δεξιότητα που καλλιεργείται.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να περιμένουμε από τους εφήβους να «ξέρουν» πώς να ανταποδώσουν την καλοσύνη, αλλά να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν γιατί έχει αξία. Γιατί τελικά, η αμοιβαιότητα δεν είναι απλώς κοινωνικός κανόνας, είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζονται οι σχέσεις που αντέχουν.