Γιατί τα παιδιά δυσκολεύονται στο διάβασμα – Πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε

Το ζήτημα της χαμηλής σχολικής επίδοσης των μαθητών απασχολεί έντονα τη σύγχρονη κοινωνία. Πέρα από εύκολες ερμηνείες, απαιτείται ουσιαστική κατανόηση των βαθύτερων αιτίων που διαμορφώνουν τη στάση τους απέναντι στο σχολείο.

Η εικόνα μίας τάξης με «αμελείς» μαθητές που δεν είναι «συνεπείς» και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σχολικές υποχρεώσεις, φράσεις όπως «δεν το κατάλαβα» ή «δεν ήξερα τι να πω» και η σιωπή ως απάντηση σε κάθε ερώτημα, απασχολεί και προβληματίζει γονείς και εκπαιδευτικούς.

Η αδύναμη σχολική απόδοση των νέων ωστόσο, δεν πρέπει να αποδοθεί σε ανικανότητα αφού είναι αποδεκτό ότι οι νέες γενιές επιδεικνύουν κατά τ’ άλλα αυξημένες δεξιότητες και γνώσεις.

Προτεραιότητα έχει λοιπόν να εντοπίσουμε και να αποδεχτούμε την βαθύτερη αιτία που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στις υψηλές σχολικές επιδόσεις των μαθητών ώστε να είναι δυνατή μετέπειτα η διαχείριση της κατάστασης.

Το χάσμα μεταξύ των βιωμάτων ενός παιδιού από τη μία και των ζητούμενων του σχολείου από την άλλη, είναι ο κύριος παράγοντας που το δυσκολεύει να αντεπεξέλθει στις δεδομένες -μέχρι πρόσφατα -απαιτήσεις της εκπαίδευσης.

Γονείς και εκπαιδευτικοί οφείλουν να αναγνωρίσουν πως ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η νέα τάξη πραγμάτων που αφορά στους υπόλοιπους τομείς της ζωής, κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο και ύφος συγκριτικά με τις -κλασσικής μορφής- σχολικές απαιτήσεις.

Τα νέα παιδιά μεγαλώνουν και ζουν σε έναν κόσμο ταχύτητας, πολυδιάστατο, με πρωταγωνιστές τα ψηφιακά μέσα. Επομένως, εύλογα, η κατανόηση και η συγγραφή ενός κειμένου, η απομνημόνευση και η εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη- καθήκοντα που υπήρχαν ανέκαθεν στο εκπαιδευτικό σύστημα και που συνεχίζουμε να περιμένουμε από έναν μαθητή- αποτελούν πλέον ένα ξένο αντικείμενο για αυτά, ένα αντικείμενο που δεν έχουν εξοικειωθεί.

Ένας μαθητής μπορεί σήμερα να κατανοήσει έννοιες και συστήματα που σε άλλα χρόνια θα αποδίδαμε σε ενήλικες, αδυνατεί όμως να επεξεργαστεί γραπτά κείμενα, να παράγει συγκροτημένο λόγο, και να έρθει σε τριβή με πεδία που είναι τόσο ξένα με τις εμπειρίες και τις εικόνες της ζωής του.

Το σχολείο αποτελεί για τα παιδιά λοιπόν έναν χώρο με προσδοκίες από αυτά, που όμως δεν κεντρίζει το ενδιαφέρον τους κι έχουν άγνοια στο πώς να ανταποκριθούν.

Η ασφαλέστερη και πιο αποδοτική επέμβαση μπορεί να γίνει σαφώς από το πρώτο περιβάλλον που εκτίθεται ένα παιδί, την οικογένειά του. Ο εύφορος διάλογος με τα παιδιά, συζητήσεις ποικίλων θεμάτων και η ανάλυση εννοιών είναι η βάση για να χτίσουμε μαθητές-πολίτες με άποψη και δομημένο λόγο. Η συνεχής λεκτική επικοινωνία με τα παιδιά αποφέρει εξοικείωση και ετοιμότητα, αντίληψη και ευχέρεια να συμμετέχει σε οποιαδήποτε επικοινωνιακή περίσταση και κατ’ επέκταση θεμέλιο και αυτοπεποίθηση για να διαχειριστεί σχολικές ασκήσεις.

Το να εμμένουμε στην κατηγορία της προσκόλλησης σε ψηφιακές συσκευές σαν να είναι κάτι παράλογο, δεν αρκεί και δε θα φέρει αλλαγή. Εμείς πρώτοι, με διαύγεια, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο ως αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Τα παιδιά δρουν και συμπεριφέρονται σύμφωνα με ό,τι κυριαρχεί στα χρόνια τους. Οι ενήλικες, που εντοπίζουν την διάσταση, μπορούν να συμβάλλουν στην γεφύρωση.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ