Από πολύ μικρή ηλικία, τα παιδιά φαίνεται ότι διαθέτουν μια εντυπωσιακή ικανότητα να «διαβάζουν» τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων μόνο μέσα από το βλέμμα τους. Ωστόσο, η ίδια ικανότητα δεν ενεργοποιείται όταν απέναντί τους βρίσκεται ένα ανθρωποειδές ρομπότ. Παρότι το βλέμμα του μπορεί να μιμείται με ακρίβεια τις ανθρώπινες κινήσεις, τα μικρά παιδιά δεν του αποδίδουν την ίδια ψυχολογική σημασία. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μιας νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο International Journal of Child-Computer Interaction από ερευνητές του Università Cattolica del Sacro Cuore στην Ιταλία, σε συνεργασία με επιστήμονες από πανεπιστήμια της Ιαπωνίας.
Στην έρευνα συμμετείχαν παιδιά ηλικίας 3 έως 5 ετών, τα οποία παρακολουθούσαν είτε έναν άνθρωπο είτε ένα ανθρωποειδές ρομπότ να κοιτάζει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Στη συνέχεια, οι ερευνητές ζήτησαν από τα παιδιά να μαντέψουν ποιο αντικείμενο «προτιμούσε» ο παρατηρητής.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Όταν το βλέμμα ανήκε σε άνθρωπο, τα παιδιά υπέθεταν αυθόρμητα ότι το αντικείμενο που κοιτούσε ήταν και αυτό που του άρεσε. Αντίθετα, όταν το ίδιο ακριβώς βλέμμα προερχόταν από ένα ρομπότ, τα παιδιά δεν απέδιδαν σε αυτό κάποια πρόθεση ή επιθυμία. Για τον αναπτυσσόμενο παιδικό εγκέφαλο, το βλέμμα δεν είναι απλώς μια κίνηση των ματιών. Αποτελεί ένα ισχυρό κοινωνικό σήμα, μέσα από το οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τις προθέσεις, τις επιθυμίες και την προσοχή του άλλου ανθρώπου.

Από τη σκοπιά της αναπτυξιακής ψυχολογίας, το εύρημα συνδέεται με τη Θεωρία του Νου, δηλαδή την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν σκέψεις, πεποιθήσεις, προθέσεις και συναισθήματα διαφορετικά από τα δικά μας. Η ηλικία των 3 έως 5 ετών αποτελεί μια κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο για την εδραίωση αυτής της δεξιότητας. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, τα παιδιά μαθαίνουν σταδιακά να «διαβάζουν» τα μη λεκτικά κοινωνικά σήματα, όπως το βλέμμα, οι εκφράσεις του προσώπου και οι χειρονομίες, ώστε να κατανοούν τι σκέφτεται, τι επιθυμεί ή πού κατευθύνει την προσοχή του ο άλλος. Το ανθρώπινο βλέμμα ενεργοποιεί φυσικά αυτούς τους μηχανισμούς κοινωνικής κατανόησης, ενώ ένα μηχανικό βλέμμα, όσο ρεαλιστικό κι αν φαίνεται, δεν φαίνεται να παρέχει στα παιδιά επαρκείς ενδείξεις ώστε να του αποδώσουν προθέσεις ή νοητικές καταστάσεις.
Τα ευρήματα της μελέτης συμβάλλουν στον καλύτερο σχεδιασμό των τεχνολογιών που αλληλεπιδρούν με τα παιδιά. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η απλή μίμηση ενός ανθρώπινου χαρακτηριστικού, όπως το βλέμμα, δεν είναι αρκετή για να δημιουργηθεί μια ουσιαστική επικοινωνία. Ένα ρομπότ χρειάζεται να μπορεί να ανταποκρίνεται πιο φυσικά στο παιδί, μέσα από λόγο, κινήσεις, χειρονομίες και αμοιβαία αλληλεπίδραση. Αυτή η γνώση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξη ρομπότ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε εκπαιδευτικά και θεραπευτικά πλαίσια, ειδικά σε παρεμβάσεις για παιδιά στο φάσμα του αυτισμού, όπου η κοινή προσοχή και η κατανόηση κοινωνικών σημάτων αποτελούν βασικές δεξιότητες. Στο πλαίσιο αυτό, το ερευνητικό πρόγραμμα ROBIN θα αξιοποιήσει ανθρωποειδή ρομπότ με στόχο την ενίσχυση της μίμησης και της κοινωνικής επικοινωνίας, σχεδιάζοντας αλληλεπιδράσεις πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά κατανοούν τον κοινωνικό κόσμο.