Πριν από μερικές δεκαετίες, η ψυχολογία αντιμετώπιζε το άγχος κυρίως ως ένα ατομικό βίωμα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματα δεν υπάρχουν σε κενό μεταφέρονται και επηρεάζουν τις σχέσεις μας. Γι’ αυτό και πολλές φορές το άγχος ενός αγαπημένου προσώπου μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε αγχωμένοι, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποιος άμεσος λόγος που αφορά εμάς.
Από τη σκοπιά της συστημικής ψυχολογίας, οι άνθρωποι λειτουργούμε μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων όπου τα συναισθήματα αλληλεπιδρούν συνεχώς. Όταν ένα μέλος του συστήματος βιώνει έντονο άγχος, οι υπόλοιποι συχνά επηρεάζονται, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στενοί συναισθηματικοί δεσμοί.
Οι ρίζες αυτής της αντίδρασης βρίσκονται συχνά στις πρώιμες εμπειρίες ζωής. Παιδιά που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα όπου οι γονείς ήταν συναισθηματικά ασταθείς ή υπερβολικά αγχωμένοι μπορεί να έμαθαν ότι η δική τους ασφάλεια εξαρτάται από τη συναισθηματική κατάσταση των άλλων. Ως ενήλικες, ενεργοποιείται αυτόματα η πεποίθηση: «Αν ο άλλος δεν είναι καλά, δεν μπορώ να είμαι ούτε εγώ».
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο, όπου προσπαθούμε διαρκώς να καθησυχάσουμε, να σώσουμε ή να «διορθώσουμε» τους άλλους. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές φορές προσπαθούμε να μειώσουμε τη δική μας δυσφορία απέναντι στην αίσθηση αδυναμίας που προκαλεί το να βλέπουμε κάποιον να υποφέρει.
Η ουσιαστική συναισθηματική σύνδεση δεν σημαίνει ότι κουβαλάμε το βάρος των άλλων. Σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε παρόντες, υποστηρικτικοί και διαθέσιμοι, διατηρώντας παράλληλα τη δική μας εσωτερική ισορροπία. Αυτή η ισορροπία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες βάσεις για υγιείς και ανθεκτικές σχέσεις.