Το παιδί μπαίνει σπίτι, αφήνει την τσάντα του στην άκρη και κλείνεται στο δωμάτιό του. Εσύ ρωτάς: «Πώς πήγε η μέρα σου;» και η απάντηση έρχεται σχεδόν μηχανικά: «Καλά». Η συζήτηση τελειώνει εκεί και πολλές φορές ο γονιός μένει με μια αίσθηση απόστασης, σαν να μην ξέρει πια πώς να πλησιάσει το παιδί του.
Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί δεν εμπιστεύεται τον γονέα του ή ότι κάτι έχει «χαλάσει» στη σχέση τους. Ειδικά στην παιδική ηλικία και ακόμη περισσότερο στην εφηβεία, τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται να βάλουν σε λέξεις όσα νιώθουν. Άλλες φορές φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν, μήπως δεχτούν κριτική ή μήπως ο γονιός τους προσπαθήσει αμέσως να διορθώσει το πρόβλημα αντί απλώς να ακούσει.
Στη συστημική ψυχολογία γνωρίζουμε ότι η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια δεν εξαρτάται μόνο από τις λέξεις, αλλά κυρίως από τη συναισθηματική ασφάλεια που νιώθει το παιδί. Το παιδί ανοίγεται όταν αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να χρειάζεται να προστατευτεί.
Γι’ αυτό συχνά δεν κάνει τη διαφορά η ίδια η ερώτηση, αλλά ο τρόπος. Το γενικό «πώς πήγε η μέρα σου;» πολλές φορές ακούγεται σαν τυπική υποχρέωση. Αντίθετα, πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις, όπως «ποιο ήταν το πιο αστείο πράγμα που έγινε σήμερα;» ή «υπήρξε κάτι που σε δυσκόλεψε;» δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον και παρατήρηση.
Εξίσου σημαντικό είναι να μπορεί ο γονιός να αντέξει τη σιωπή. Τα παιδιά δεν ανοίγονται πάντα τη στιγμή που εμείς το θέλουμε. Κάποιες φορές χρειάζονται χρόνο για να νιώσουν έτοιμα. Η φράση «είμαι εδώ όταν θέλεις να μιλήσεις» μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο υποστηρικτικά από μια σειρά επίμονων ερωτήσεων.
Πολλές από τις πιο ουσιαστικές συζητήσεις δεν γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Γίνονται στο αυτοκίνητο, σε έναν περίπατο, μαγειρεύοντας μαζί ή βλέποντας μια σειρά. Η παράλληλη παρουσία συχνά βοηθά το παιδί να χαλαρώσει και να εκφραστεί χωρίς πίεση.
Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να γνωρίζεις τα πάντα για το παιδί σου. Είναι να ξέρει ότι όταν χρειαστεί, υπάρχει ένας άνθρωπος που θα το ακούσει πραγματικά.