Μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι η αναιμία της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη δομή του εγκεφάλου του μωρού. Ερευνητές από το King’s College London και το Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν παρακολούθησαν περισσότερες από 300 μητέρες και τα βρέφη τους στη Νότια Αφρική, πραγματοποιώντας εξειδικευμένες εγκεφαλικές απεικονίσεις από την ηλικία των τριών μηνών έως τα δύο έτη.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι τα μωρά που γεννήθηκαν από μητέρες με αναιμία εμφάνιζαν κατά μέσο όρο 4% μικρότερο συνολικό όγκο εγκεφάλου σε σύγκριση με τα μωρά γυναικών χωρίς τη συγκεκριμένη πάθηση. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι διαφορές αυτές καταγράφηκαν ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι μητέρες είχαν διαγνωστεί μόνο με ήπια μορφή αναιμίας.
Οι αποκλίσεις στον όγκο εντοπίστηκαν σε τρεις κομβικές περιοχές του εγκεφάλου, το putamen, τον ουραίο πυρήνα και το μεσολόβιο, οι οποίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, τη ρύθμιση των συναισθημάτων και τις εκτελεστικές λειτουργίες.
Όπως επισήμανε η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, Τζέσικα Ρίνγκσοου, το χάσμα μεταξύ των δύο ομάδων διευρύνθηκε κατά τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής των παιδιών, με τη διαφορά στον όγκο του μεσολοβίου να αυξάνεται από το 4% στους 12 μήνες στο 6% στους 24 μήνες.
Οι Μακροπρόθεσμες Επιπτώσεις και η Αναγκαιότητα Πρόληψης
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Communications, υπογραμμίζει ότι οι εγκεφαλικές αυτές διαφορές δεν υποχωρούν αυτόματα με την πάροδο του χρόνου. Αντίθετα, παραμένουν ορατές μέχρι την ηλικία των έξι ετών, όταν τα παιδιά ξεκινούν το σχολείο, γεγονός που μπορεί να μεταφραστεί σε μεταγενέστερες γνωστικές δυσκολίες και χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις.
Δεδομένου ότι πάνω από το ένα τρίτο των εγκύων παγκοσμίως πάσχει από αναιμία, η οποία προκαλείται κυρίως από έλλειψη σιδήρου, τα ευρήματα αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για συστηματικό διαγνωστικό έλεγχο και άμεση χορήγηση συμπληρωμάτων κατά την κύηση.
Για τη διεξαγωγή της μελέτης χρησιμοποιήθηκε μια νέα, προσβάσιμη τεχνολογία φορητών σαρωτών μαγνητικής τομογραφίας χαμηλού πεδίου. Η συγκεκριμένη καινοτομία αποδείχθηκε εξίσου ευαίσθητη με τα παραδοσιακά νοσοκομειακά μηχανήματα, επιτρέποντας στους επιστήμονες να αξιολογήσουν την επίδραση της διατροφής και της υγείας της μητέρας στην ανάπτυξη του εγκεφάλου ακόμη και σε περιοχές με περιορισμένους υγειονομικούς πόρους.
πηγή: Guardian