Καλό ταξίδι, Μεγάλη Κυρία

Πάντα αναρωτιόμουν το γιατί η μουσική παίζει τόσο καθοριστικό ρόλο στην ψυχολογία μας. Γιατί μια φωνή μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ξαφνικά δυνατές, ενώ πριν από λίγο καταρρέαμε;

Η είδηση του θανάτου της Μαρινέλλας, σε ηλικία 88 ετών, ήταν ένας προσωπικός αποχαιρετισμός για κάθε γυναίκα που ένιωσε τη φωνή της να ντύνει τις χαρές, τους χωρισμούς και τις επαναστάσεις της.

Μια σπουδαία φωνή, όπως αυτή της Μαρινέλλας υπήρξε ένα «μαξιλάρι» για τα δύσκολα και ένας μεγεθυντικός φακός για τα όμορφα. Η σπουδαία αυτή καλλιτέχνης είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα καθώς η χαρακτηριστική χροιά της δεν άγγιζε μόνο τα αυτιά μας, αλλά ξεκλείδωνε συναισθήματα που συχνά φοβόμαστε να εκφράσουμε.

Όταν την ακούμε, η ψυχολογία μας αλλάζει. Νιώθουμε ότι κάποιος μας καταλαβαίνει. Η μουσική της λειτούργησε για γενιές ολόκληρες ως μια μορφή συλλογικής ψυχοθεραπείας. Μας έμαθε ότι ο πόνος μπορεί να γίνει τραγούδι και η αξιοπρέπεια μπορεί να σταθεί όρθια, ακόμα και κάτω από το πιο σκληρό φως της σκηνής.

Αυτό που πάντα με γοήτευε στη Μαρινέλλα ήταν το επαναστατικό της πνεύμα. Σε μια εποχή που οι νόρμες για τη γυναίκα ήταν στενές και τα στερεότυπα αλύγιστα, εκείνη επέλεξε να περπατήσει τον δικό της δρόμο.

Ξεκίνησε ως η «σκιά» του Στέλιου Καζαντζίδη, αλλά όταν ήρθε η ώρα, είχε το σθένος να διεκδικήσει τη δική της αυτόνομη πορεία. Δεν παγιδεύτηκε στην εικόνα της «συζύγου» ή της «συνοδού». Μεταμορφώθηκε, πειραματίστηκε, φόρεσε παντελόνια όταν άλλες φορούσαν μόνο φορέματα και στάθηκε στη σκηνή με μια ανυπέρβλητη επιβλητικότητα.

Όπως έλεγε και η ίδια στην πρόσφατη βιογραφία της από τον Γιάννη Ξανθούλη, δεν έγινε ποτέ «μόδα». Και είχε δίκιο. Η μόδα περνάει. Η Μαρινέλλα ήταν μια κατάθεση. Μια γυναίκα που αρνήθηκε τους τίτλους «μύθος» και «ντίβα», προτιμώντας να αυτοπροσδιορίζεται ως εργάτρια της τέχνης της. Αυτό το πείσμα της, αυτή η άρνηση να «βολευτεί» στις δάφνες της είναι το μεγαλύτερο μάθημα για όλες μας.

Η Μαρινέλλα έφυγε «νηστική» από τη σκηνή, όπως έλεγε η ίδια, γιατί το πάθος της για ζωή και δημιουργία δεν είχε τέλος. Μας αφήνει πίσω της έξι δεκαετίες καριέρας, αλλά κυρίως μας αφήνει ένα πρότυπο γυναικείας προσωπικότητας ελεύθερο, αγωνιστικό και αυθεντικό.

Γιατί, όπως μας απέδειξε η Κυριακή Παπαδοπούλου από τη Θεσσαλονίκη που έγινε η Μαρινέλλα όλης της Ελλάδας, η ζωή δεν είναι για να την περνάς «ίσια», αλλά για να την τραγουδάς με όλη τη δύναμη της ψυχής σου.

«Το ωραιότερο πράγμα που έχω δει όλα αυτά τα χρόνια ήταν η γέννηση της κόρης μου, Τζωρτίνας. Ήταν στο Αρεταίειο, τον Ιούλιο του 1973. Όταν μου την έβαλαν στο στήθος, αποκοιμήθηκα. Εκείνα ήταν από τα πιο αξέχαστα λεπτά της ζωής μου. Όταν γίνεσαι μάνα αρχίζουν να σε κατακλύζουν οι υπαρξιακές ανησυχίες. Η ζωή σου παίρνει μια άλλη τροπή. Ήταν καρπός του έρωτά μου με τον πρωταθλητή ιππασίας Φρέντυ Σερπιέρη, με τον οποίο ήμασταν μαζί τέσσερα χρόνια. Όταν γεννήθηκε η κόρη μας, εκείνος ήθελε να παντρευτούμε. Αποφάσισα, όμως, να μην ανταποκριθώ και του ζήτησα να παραμείνουμε δύο καλοί φίλοι, κάτι που τηρήσαμε μέχρι να φύγει από τη ζωή. Προκάλεσε σοκ το ότι δεν παντρευτήκαμε, αλλά δεν με ενδιέφερε ο κοινωνικός αντίκτυπος ούτε τι θα πει ο κόσμος που είχαμε αποκτήσει ένα παιδί εκτός γάμου. Την κόρη μου την έβγαλα Τζωρτίνα (Γεωργία – Χριστίνα) από τον πατέρα μου, Γιώργο, και τον Χρήστο Κατσίμπα, ένα πρόσωπο που εκτιμούσα πολύ…»

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ

Απόσπασμα από τη συνέντευξη της στη «LiFO» (2024)

ΔΗΜΟΦΙΛΗ