Το καλοκαίρι για εμένα είναι ήχοι. Ο ήχος των τζιτζικιών το μεσημέρι, ο ήχος από τις φωνές των παιδιών που αντηχούν στην πλατεία, το επίμονο χτύπημα μιας μπάλας στο τσιμέντο, το φρενάρισμα ενός ποδηλάτου πάνω στα χαλίκια και το τρεχούμενο νερό από τη βρύση του δήμου. Για όσους μεγαλώσαμε τις δεκαετίες του ’80, του ’90 ή ακόμα και των αρχών του 2000, αυτός ο ήχος είναι η ίδια η μετάφραση της ευτυχίας.
Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η παιδική ηλικία μοιάζει περισσότερο με μια καλά οργανωμένη εταιρική ατζέντα γεμάτη ξένες γλώσσες, αθλήματα, ρομποτική και αυστηρά δομημένες δραστηριότητες, το καλοκαίρι έρχεται σαν ένα αναγκαίο «κουμπί επαναφοράς». Τα παιδιά μας περνούν ώρες μπροστά σε μια οθόνη, μια συνήθεια που κλέβει από τον ύπνο, την αυτοεκτίμηση και, σύμφωνα με μελέτες, επιβαρύνει ακόμα και την υγεία των ματιών τους, αυξάνοντας τα ποσοστά μυωπίας.
Έχουμε την τάση, ως γονείς, να γεμίζουμε τον χρόνο τους από τον φόβο μήπως «μείνουν πίσω». Όμως η επιστήμη, η ψυχολογία και η ίδια η ζωή έρχονται να μας θυμίσουν ότι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορούμε να κάνουμε για την ψυχική και πνευματική τους υγεία είναι να τους χαρίσουμε ένα καλοκαίρι γεμάτο απόλυτα ελεύθερο, μη δομημένο παιχνίδι.
Η ευκαιρία να παίζουν όλη μέρα, κάθε μέρα, είναι υπέροχη για τα παιδιά. Χρειάζονται αυτές τις μακρές μέρες και εβδομάδες χωρίς πίεση να αποδώσουν, να περάσουν εξετάσεις ή να αποδείξουν την αξία τους, εκτός αν το επιλέξουν τα ίδια. Τα παιδιά χρειάζονται χρόνο και άδειες ώρες για να επεξεργαστούν ποια είναι, τι αισθάνονται και τι θέλουν να γίνουν.
Η βαρεμάρα δεν είναι εχθρός αλλά η μήτρα της φαντασίας. Από τη στιγμή που ένα παιδί θα βαρεθεί στην πλατεία, θα γεννηθεί η ιδέα να μετατραπεί ένα κλαδί σε σπαθί, ένα παγκάκι σε καράβι και μια λακκούβα με νερό σε έναν ολόκληρο υπόγειο ωκεανό.
Καθώς παίζουν με το νερό και το χώμα, χωρίς οδηγίες χρήσης, αναπτύσσουν δεξιότητες στην επιστημονική εξερεύνηση, τα μαθηματικά, τις κινητικές ικανότητες και τη δημιουργική έκφραση. Μαθαίνουν μέσα από τη δράση, δοκιμάζουν τα όριά τους, πέφτουν, γρατζουνάνε τα γόνατά τους και ξανασηκώνονται.
Η πλατεία του καλοκαιριού είναι ένας ζωντανός μικρόκοσμος. Εκεί, το παιδί δεν επιλέγει τους φίλους του από ένα προστατευμένο, προεγκριμένο περιβάλλον. Θα συναντήσει το παιδί του διανομέα, τον έφηβο που κάνει skate, παιδιά μεγαλύτερα, μικρότερα, παιδιά με διαφορετικές καταβολές.
Αυτή η άναρχη, ελεύθερη αλληλεπίδραση είναι που χτίζει την ενσυναίσθηση. Μελέτες δείχνουν ότι η δραματική μείωση του ελεύθερου παιχνιδιού στις μέρες μας συσχετίζεται άμεσα με τη μείωση της ενσυναίσθησης στους νέους. Στην πλατεία, τα παιδιά αναγκάζονται να διαπραγματευτούν τους κανόνες του παιχνιδιού μόνα τους. Θα τσακωθούν για το ποιος έκλεψε στο κρυφτό, θα συμφιλιωθούν, θα μάθουν να υποχωρούν, να μοιράζονται και να κατανοούν την πλευρά του άλλου. Χωρίς κανέναν ενήλικα να κάνει τον διαιτητή.
Τα παιδιά είναι φτιαγμένα για να κινούνται. Χρειάζονται τον καθαρό αέρα, τον ήλιο, το τρέξιμο, το παρκάρισμα του ποδηλάτου με τις ώρες. Ο χρόνος στη φύση και στο ύπαιθρο είναι μια ουσιαστική επένδυση στην υγεία τους. Είναι, όπως πολύ όμορφα έχει ειπωθεί, ένα πνευματικό και σωματικό «κουμπί επαναφοράς».
Αν πιέσουμε τα παιδιά μας να επιστρέψουν σε ένα διαρκές, ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό περιβάλλον ακόμα και κατά τη διάρκεια των διακοπών, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να προκαλέσουμε περαιτέρω βλάβη στην ψυχική τους υγεία.
Αυτό το καλοκαίρι, ας κάνουμε ένα βήμα πίσω. Ας τα αφήσουμε να τρέξουν στην πλατεία, να ιδρώσουν, να φάνε παγωτό που στάζει στα ρούχα τους και να γίνουν, μέσα από την ελευθερία του παιχνιδιού, οι ανθεκτικοί, αυτόνομοι, δημιουργικοί και συναισθηματικά έξυπνοι άνθρωποι που όλοι θέλουμε να δούμε στο μέλλον. Τους αξίζει ένα καλοκαίρι γεμάτο παιχνίδι, όπως το ζήσαμε κι εμείς σαν παιδιά στην πλατεία Λαού και στην Ελευθερίας…