Η κρεατίνη έχει ταυτιστεί στη συνείδηση μας με τους αθλητές, τη δύναμη και τον όγκο στους μυς; έναν κόσμο που μοιάζει καθαρά αντρικός. Κι όμως, η σχέση της γυναίκας με την κρεατίνη είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει αυτή η εικόνα. Και το περίεργο είναι πως, μέχρι πρόσφατα, κανείς δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά να τη μελετήσει.
Οι γυναίκες, καταρχάς, γεννιούνται ή μάλλον λειτουργούν με 70-80% λιγότερα αποθέματα κρεατίνης απ’ ό,τι οι άντρες. Και τα επίπεδά της δεν μένουν ποτέ σταθερά: αλλάζουν ανάλογα με τον κύκλο, αλλάζουν στην εγκυμοσύνη, αλλάζουν ξανά στην εμμηνόπαυση. Με άλλα λόγια, το γυναικείο σώμα βρίσκεται σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με τις ορμόνες του. Και σε αυτή τη διαπραγμάτευση, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει το οιστρογόνο, ο βασικός ρυθμιστής της ενέργειάς μας, που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό πώς το σώμα παράγει και χρησιμοποιεί τη φωσφοκρεατίνη. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, ότι η κρεατίνη δεν «κάνει το ίδιο» σε κάθε στιγμή της ζωής μιας γυναίκας.
Πάρτε για παράδειγμα την εμμηνόπαυση. Η πτώση των οιστρογόνων εκείνη την περίοδο φέρνει μαζί της απώλεια μυϊκής και οστικής μάζας, κάτι που πολλές γυναίκες το βιώνουν σαν ένα σιωπηλό, σχεδόν αόρατο χάσιμο δύναμης. Εδώ, η κρεατίνη σε υψηλότερη δόση, ειδικά αν συνοδεύεται από προπόνηση με αντιστάσεις, φαίνεται να λειτουργεί σαν μια γέφυρα προς αυτό που ήταν το σώμα πριν. Όχι πως αναστρέφει τον χρόνο, κανείς δεν το ισχυρίζεται αυτό, αλλά βοηθά να κρατηθεί κάτι από τη λειτουργικότητα που χανόταν.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, ίσως δεν είναι καν το σωματικό. Είναι αυτό που συμβαίνει στο μυαλό. Η κρεατίνη φαίνεται να στηρίζει την ενεργειακή ισορροπία του εγκεφάλου, και τα πρώτα ευρήματα σε γυναίκες με κατάθλιψη είναι αρκετά ενθαρρυντικά ώστε να αξίζει προσοχή.
Ίσως, λοιπόν, το σωστό ερώτημα δεν είναι απλώς «τι δόση χρειάζομαι». Είναι «σε ποια φάση της ζωής μου βρίσκομαι τώρα», γιατί η κρεατίνη, όπως και το σώμα που τη δέχεται, δεν είναι ποτέ στατικό.