Πρόσφατα, μια έντονη ίωση με καθήλωσε στον καναπέ, ανίκανη να κυνηγήσω ή να απασχολήσω τα αγόρια μου. Μέσα στην απόγνωσή μου, κατέφυγα στην εύκολη λύση: τους άφησα να βλέπουν τηλεόραση για ένα διάστημα που στα μάτια μου φάνηκε σαν μια ολόκληρη, ατέλειωτη μέρα. Στο σπίτι μας δεν είμαστε δογματικοί με τις οθόνες, όμως οτιδήποτε ξεπερνά τις δύο ώρες την ημέρα αποτελεί σπάνια εξαίρεση. Καθώς τους έβλεπα κολλημένους στην οθόνη, οι ενοχές άρχισαν να με πνίγουν.
Όπως οι περισσότεροι γονείς, βομβαρδίζομαι καθημερινά από τρομακτικούς τίτλους ειδήσεων. Μελέτες προειδοποιούν ότι οι οθόνες στερούν από τα νήπια την πολύτιμη λεκτική επικοινωνία με τους γονείς τους, ενώ άλλες συνδέουν τον υπερβολικό ψηφιακό χρόνο με κοινωνικά και συναισθηματικά προβλήματα. Πόσο καταστροφική είναι, όμως, μια ολόκληρη ημέρα μπροστά στην οθόνη όταν συμβαίνει σπάνια και σε συνθήκες «έκτακτης ανάγκης»;
Η φράση «χρόνος μπροστά στην οθόνη» έχει μετατραπεί σε έναν αυτόματο μηχανισμό παραγωγής γονεϊκών ενοχών, επισημαίνει η Τζόαν Ορλάντο, ερευνητέρα ψηφιακής ευημερίας στο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Σίδνεϊ και συγγραφέας του βιβλίου Generation Connected. Η Δρ. Ορλάντο, όπως εξηγεί στο abc, οι γονείς, στην προσπάθειά τους να μεγαλώσουν παιδιά εξοικειωμένα με την τεχνολογία, καταλήγουν να πελαγώνουν από την πανταχού παρούσα ψηφιακή πραγματικότητα. Οι συνεχείς αναφορές στα κοινωνικά δίκτυα για «εθισμένα παιδιά» και «τεχνολογικά ξεσπάσματα» (tech tantrums) τους κάνουν να νιώθουν ανίσχυροι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το άγχος των γονέων διαφοροποιείται ανάλογα με το πού κατοικούν. Σύμφωνα με έρευνα της Δρ. Ορλάντο σε 500 οικογένειες, οι γονείς στα αστικά προάστια αναζητούν την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο tablet και το παιχνίδι σε εξωτερικούς χώρους. Αντίθετα, σε πιο απομακρυσμένες ή επαρχιακές περιοχές, οι γονείς εμφανίζονται πολύ πιο θετικοί προς τις οθόνες. Για εκείνους, το διαδίκτυο αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο, ένα εργαλείο που θα προσφέρει στα παιδιά τους δεξιότητες και ευκαιρίες που δεν υπάρχουν στο άμεσο περιβάλλον τους.
Οι επίσημες παιδιατρικές κατευθυντήριες γραμμές διεθνώς παραμένουν αυστηρές και συγκεκριμένες:
- Κάτω των δύο ετών: Μηδενικός χρόνος μπροστά σε οθόνες.
- Ηλικίες 2 έως 5 ετών: Το πολύ μία ώρα την ημέρα (όσο λιγότερο, τόσο το καλύτερο).
- Ηλικίες 5 έως 17 ετών: Έως δύο ώρες την ημέρα για ψυχαγωγικούς σκοπούς, εξαιρουμένων των σχολικών εργασιών.
Ωστόσο, η Δρ. Ορλάντο υποστηρίζει ότι η εμμονική προσκόλληση και μόνο στην καταμέτρηση των ωρών είναι μια ξεπερασμένη προσέγγιση. Οι άκαμπτοι κανόνες τείνουν να καταρρέουν στην καθημερινή πράξη μιας οικογένειας. Φυσικά, η αυστηρότητα είναι κρίσιμη για τα πολύ μικρά παιδιά (κάτω των δύο ετών), καθώς η καθημερινή χρήση οθονών σε αυτή την ηλικία μπορεί να αναστείλει τη γλωσσική και γνωστική τους ανάπτυξη. Για τα μεγαλύτερα παιδιά όμως, η συζήτηση αλλάζει.
Ο Μάικλ Νοέτελ, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ, τονίζει ότι αν και ορισμένες ανησυχίες είναι υπερβολικές, ο πυρήνας του προβλήματος είναι υπαρκτός. Η μεγαλύτερη ζημιά που προκαλεί ο υπερβολικός χρόνος στις οθόνες είναι ότι κλέβει χρόνο από άλλες δραστηριότητες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη, όπως η άσκηση, το διάβασμα και η διά ζώσης κοινωνικοποίηση. Στην ψυχολογία, αυτό ονομάζεται «κόστος ευκαιρίας».
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βιντεοπαιχνίδια αποτελούν τις πιο επικίνδυνες ζώνες. Τα social media εγκλωβίζουν τους εφήβους σε μια διαρκή και ψυχοφθόρα κοινωνική σύγκριση, ενώ τα βιντεοπαιχνίδια είναι τόσο καλά σχεδιασμένα για να προκαλούν εθισμό, που κάνουν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα στον πραγματικό κόσμο να φαντάζει αφόρητα βαρετή.
Ωστόσο, τόσο ο Δρ. Νοέτελ όσο και η Δρ. Ορλάντο είναι καθησυχαστικοί για τις σπάνιες εξαιρέσεις. Ένας ψηφιακός «μαραθώνιος» επειδή ο γονιός ή το παιδί είναι άρρωστο ή κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου ταξιδιού με το αυτοκίνητο, δεν πρόκειται να βλάψει το παιδί. Σε ένα ταξίδι, το μόνο κόστος ευκαιρίας είναι ότι το παιδί δεν κοιτάζει τα πρόβατα ή τα δέντρα από το παράθυρο, δεν χάνει κάποια σημαντική αναπτυξιακή δραστηριότητα.
Η σύγχρονη προσέγγιση επιτάσσει να εστιάζουμε στην ποιότητα του περιεχομένου και όχι στην ποσότητα του χρόνου. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε ένα πεντάχρονο που παρακολουθεί ένα διαδραστικό βίντεο με επιστημονικά πειράματα ή χρησιμοποιεί μια εκπαιδευτική εφαρμογή φιλαναγνωσίας και σε ένα παιδί που καταναλώνει παθητικά ανούσια βίντεο.
Για να αποφεύγουν οι γονείς τον ρόλο του «κακού» που κλείνει τις συσκευές, ο Δρ. Νοέτελ προτείνει τη χρήση των γονικών ελέγχων και των αυτοματοποιημένων ορίων που προσφέρουν οι ίδιες οι συσκευές (π.χ. εφαρμογές που κλειδώνουν μετά από 15 ή 30 λεπτά).
Το κλειδί βρίσκεται στη συχνότητα της «έκτακτης ανάγκης». Αν ένα παιδί σχολικής ηλικίας έχει μια γενικά υγιή σχέση με την τεχνολογία και ο γονιός τού επιτρέψει να δει παραπάνω τηλεόραση μια μέρα επειδή ο ίδιος χρειάζεται επειγόντως χρόνο για τον εαυτό του ή την εργασία του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν όμως η οθόνη επιστρατεύεται συστηματικά ως «ψηφιακή μπέιμπι-σίτερ» για να εξασφαλιστεί ηρεμία στο σπίτι, το παιδί λαμβάνει ένα επικίνδυνο μήνυμα ότι ο τρόπος για να διαχειρίζεται κανείς τα συναισθήματά του και να καλμάρει είναι να απομονώνεται σε μια οθόνη. Αυτή η συνήθεια θέτει τα θεμέλια για μελλοντικές ανθυγιεινές εξαρτήσεις.
Εμείς ως γονείς δεν πρέπει να ξεχνούμε τον πιο βασικό κανόνα ότι τα παιδιά είναι οι απόλυτοι μιμητές. Ακόμη και όταν νομίζουμε ότι δεν προσέχουν, παρατηρούν διαρκώς τη δική μας σχέση με το smartphone και το laptop. Το καλύτερο εργαλείο για τον έλεγχο της οθόνης του παιδιού μας παραμένει, αναπόφευκτα, η δική μας συμπεριφορά.