Μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές ανάμεσα σε έναν γονέα και το παιδί του διαρκούν μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ή μια άμεση λεκτική ανταπόκριση στο πρώτο βάβισμα ενός βρέφους μπορεί να μοιάζουν ασήμαντα στην καθημερινότητα, όμως φαίνεται πως αποτελούν πολύτιμες στιγμές για τη μελλοντική του ανάπτυξη.
Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο PLOS One δείχνει ότι όταν οι μητέρες ανταποκρίνονται πιο αργά στις φωνητικές εκφράσεις των παιδιών τους στην ηλικία των 12 μηνών, τα παιδιά εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες να διαγνωστούν αργότερα με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) ή διαταραχές διασπαστικής συμπεριφοράς. Οι ερευνητές ανέλυσαν 158 βιντεοσκοπημένες αλληλεπιδράσεις μητέρων και βρεφών κατά τη διάρκεια μιας απλής δραστηριότητας ανάγνωσης βιβλίου και διαπίστωσαν ότι όσο συχνότερα η μητέρα ανταποκρινόταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μετά το βάβισμα του παιδιού, τόσο μικρότερη ήταν η πιθανότητα μελλοντικής διάγνωσης.

Από ψυχολογική σκοπιά, το εύρημα δεν προκαλεί έκπληξη. Η πρώιμη αλληλεπίδραση γονέα-παιδιού βασίζεται σε έναν συνεχή «διάλογο», γνωστό ως “serve and return”. Κάθε φορά που το βρέφος εκπέμπει ένα σήμα και ο γονέας ανταποκρίνεται έγκαιρα, ο εγκέφαλος μαθαίνει ότι η επικοινωνία είναι αμοιβαία και προβλέψιμη. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύονται η ασφαλής προσκόλληση, η συναισθηματική ρύθμιση και οι μηχανισμοί προσοχής.
Οι ίδιοι οι επιστήμονες, ωστόσο, τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως η καθυστερημένη ανταπόκριση ενός γονέα προκαλεί τη ΔΕΠΥ. Είναι πιθανό να εμπλέκονται γενετικοί, νευροαναπτυξιακοί ή περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τη συμπεριφορά του γονέα όσο και την ανάπτυξη του παιδιού. Η αξία της μελέτης βρίσκεται κυρίως στο ότι αναδεικνύει έναν αντικειμενικό πρώιμο δείκτη, ο οποίος θα μπορούσε στο μέλλον να βοηθήσει στον έγκαιρο εντοπισμό οικογενειών που χρειάζονται υποστήριξη, πολύ πριν εμφανιστούν οι πρώτες δυσκολίες.