Μια πρωτοφανής για τα δεδομένα της Ολλανδίας υπόθεση υποβοηθούμενου θανάτου παιδιού ηλικίας μόλις δύο ετών έγινε γνωστή μετά τη δημοσιοποίηση έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής που εξετάζει περιπτώσεις τερματισμού της ζωής νεογνών και παιδιών.
Πρόκειται για την πρώτη γνωστή περίπτωση παιδιού κάτω των 12 ετών που υποβλήθηκε στη συγκεκριμένη διαδικασία στη χώρα, μετά τη διεύρυνση του σχετικού πλαισίου.
Το παιδί ήταν σχεδόν 24 μηνών όταν πέθανε. Είχε γεννηθεί πρόωρα, στην 26η εβδομάδα της κύησης, και αντιμετώπιζε από πολύ μικρή ηλικία εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα υγείας.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν εγκεφαλική παράλυση, σοβαρή διαταραχή της όρασης και επιληπτικές κρίσεις που δεν ανταποκρίνονταν στη φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, η συσσώρευση βλέννας στους πνεύμονές του προκαλούσε σημαντικές δυσκολίες στην αναπνοή.
Έπειτα από την πορεία της υγείας του και τις ιατρικές παρεμβάσεις που είχαν προηγηθεί, οι γονείς και οι θεράποντες γιατροί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε θεραπευτική προοπτική που θα μπορούσε να ανατρέψει την κατάσταση.
Οι διαφορετικές ιατρικές εκτιμήσεις
Η υπόθεση εξετάστηκε από την Επιτροπή για τις Ύστερες Εκτρώσεις και τον Τερματισμό της Ζωής σε Νεογνά και Παιδιά, η οποία έκρινε ότι ο γιατρός που πραγματοποίησε τη διαδικασία τήρησε τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα και επέδειξε τη δέουσα φροντίδα.
Πριν ληφθεί η τελική απόφαση είχαν ζητηθεί και ανεξάρτητες ιατρικές γνωμοδοτήσεις.
Αρχικά, γιατροί που αξιολόγησαν την περίπτωση έκριναν ότι, παρά την εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση της υγείας του παιδιού, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι βίωνε «συνεχή ανυπόφορη ταλαιπωρία». Οι επιληπτικές κρίσεις προκαλούσαν έντονη δυσφορία, αλλά δεν ήταν συνεχείς, ενώ κατά την εκτίμησή τους παρέμεναν διαθέσιμες ορισμένες επιλογές, όπως η παρηγορική φροντίδα και διαφορετικές φαρμακευτικές παρεμβάσεις για τον περιορισμό των συμπτωμάτων.
Ακολούθησε, ωστόσο, νέα ιατρική αξιολόγηση, κατά την οποία άλλος γιατρός έκρινε ότι η «ανυπόφορη ταλαιπωρία» ήταν εμφανής και ότι πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον τερματισμό της ζωής.
Η αρμόδια επιτροπή έκανε δεκτή αυτή την αξιολόγηση, επισημαίνοντας ότι η κατάσταση είχε επηρεάσει σοβαρά όλες τις πτυχές της λειτουργικότητας του παιδιού, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική βελτίωσης.
Σύμφωνα με την έκθεση, παρά τις ιατρικές και άλλες παρεμβάσεις που είχαν εφαρμοστεί, οι γονείς και ο γιατρός δεν είχαν διαπιστώσει βελτίωση και θεωρούσαν ότι το παιδί υπέφερε χωρίς προοπτική ανακούφισης.
Τι προβλέπει το ολλανδικό πλαίσιο
Η Ολλανδία επέκτεινε πριν από δύο χρόνια το πλαίσιο για τον τερματισμό της ζωής ώστε να καλύπτει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, και παιδιά ηλικίας από ενός έως 12 ετών που πάσχουν από σοβαρές και ανίατες ασθένειες.
Προηγουμένως, σχετικές προβλέψεις υπήρχαν για νεογνά και για άτομα ηλικίας άνω των 12 ετών, αφήνοντας ουσιαστικά ένα κενό για την ηλικιακή ομάδα από ενός έως 12 ετών.
Για τα παιδιά κάτω των 12 ετών απαιτείται, μεταξύ άλλων, η συναίνεση των γονέων, ενώ πρέπει να διαπιστώνεται ότι το παιδί βιώνει ανυπόφορη ταλαιπωρία χωρίς προοπτική βελτίωσης.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ευθανασίας στη χώρα, το αίτημα πρέπει να προέρχεται από τον ίδιο τον ασθενή, ενώ απαιτούνται συγκεκριμένες δικλίδες, όπως η διαπίστωση αφόρητης και χωρίς προοπτική βελτίωσης ταλαιπωρίας, δεύτερη ιατρική γνώμη και επιβεβαίωση ότι η απόφαση δεν λαμβάνεται υπό πίεση.
Η Ολλανδία νομιμοποίησε την ευθανασία το 2002, ενώ η μεταγενέστερη επέκταση του πλαισίου στα παιδιά ηλικίας ενός έως 12 ετών προκάλεσε εκτεταμένη δημόσια συζήτηση γύρω από ένα από τα πλέον σύνθετα ιατρικά, νομικά και ηθικά ζητήματα.