Καθώς η κοινωνία προσπαθεί να προσαρμοστεί στη γεννητική τεχνητή νοημοσύνη, οι εκπαιδευτικοί σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση γύρω από τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.
Αντί να περιμένει την πάροδο του χρόνου ώστε να αποτιμηθούν εκ των υστέρων οι συνέπειες και οι δυνατότητες της AI στο σχολικό περιβάλλον, το Center for Universal Education του Brookings Institution υλοποίησε μια διεθνή έρευνα διάρκειας ενός έτους.
Στόχος της πρωτοβουλίας ήταν η έγκαιρη αναγνώριση των απειλών που αντιμετωπίζουν οι μαθητές και η διαμόρφωση άμεσων προληπτικών λύσεων, με ταυτόχρονη ενίσχυση των θετικών επιδράσεων της τεχνολογίας.
Από την ενίσχυση της σκέψης στην αντικατάστασή της
Η ταχύτατη διάδοση συστημάτων όπως τα LLMs μετέβαλε την τεχνητή νοημοσύνη σε καθημερινό εργαλείο για εκατομμύρια σπουδαστές παγκοσμίως. Χρησιμοποιείται για παραγωγή ιδεών, ανάλυση πληροφοριών, επίλυση ασκήσεων ακόμη και για έτοιμες απαντήσεις. Το πρόβλημα, σύμφωνα με το Brookings, δεν έγκειται στη χρήση της ως βοήθημα, αλλά στη σταδιακή μετάβαση από την υποστήριξη της νόησης στην πλήρη υποκατάστασή της.
Όταν οι νέοι «αναθέτουν» τη σκέψη τους στις μηχανές, αποδυναμώνονται δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η επιμονή, η διαχείριση δυσκολιών και η δημιουργικότητα. Πρόκειται για ικανότητες που συνιστούν τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι απλά συμπληρωματικά εφόδια. Κεντρικό μήνυμα της μελέτης είναι η επισήμανση ότι η γνώση αποτελεί βαθιά κοινωνική και ψυχολογική εμπειρία.
Τα παιδιά αναπτύσσονται μέσα από σχέσεις, επικοινωνία και αίσθημα ασφάλειας. Όταν η AI παρεμβάλλεται ως «ουδέτερος τρίτος», χωρίς παιδαγωγικό πλαίσιο, οι δεσμοί αυτοί αποδυναμώνονται. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η φθορά της σχέσης δασκάλου–μαθητή. Αν οι μαθητές αντιλαμβάνονται την AI ως πιο αξιόπιστη ή πιο «δίκαιη» από τον εκπαιδευτικό, τότε το σχολικό οικοδόμημα χάνει έναν από τους βασικούς πυλώνες του.
Το λάθος της τεχνολογικής αυταπάτης
Η μελέτη ασκεί αυστηρή κριτική στην αντίληψη ότι κάθε τεχνολογική εξέλιξη ισοδυναμεί αυτόματα με πρόοδο. Πολυετείς επενδύσεις στην ψηφιακή εκπαίδευση δεν οδήγησαν κατ’ ανάγκη σε καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα. Αντίθετα, έρευνες δείχνουν ότι η άκριτη ψηφιοποίηση συχνά συνοδεύεται από χαμηλότερες επιδόσεις και απομάκρυνση από τη σχολική κοινότητα. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει τη μάθηση μόνο όταν ενσωματώνεται σε σωστά σχεδιασμένα παιδαγωγικά μοντέλα και λειτουργεί συμπληρωματικά, όχι ανταγωνιστικά, προς την ανθρώπινη παρουσία.
Το Brookings περιγράφει δύο εναλλακτικές πορείες. Στην πρώτη, η AI χρησιμοποιείται με μέτρο και ξεκάθαρο εκπαιδευτικό σκοπό, υποστηρίζοντας τη διδασκαλία και διευρύνοντας τις ευκαιρίες μάθησης. Στη δεύτερη, η ανεξέλεγκτη χρήση οδηγεί σε γνωστική υποβάθμιση, διεύρυνση ανισοτήτων, κινδύνους για τα προσωπικά δεδομένα και επιβάρυνση της ψυχικής υγείας. Σύμφωνα με την έκθεση, σήμερα πλησιάζουμε ανησυχητικά προς τη δεύτερη εκδοχή.
Υπάρχει ακόμη περιθώριο για διορθώσεις
Παρά τις προειδοποιήσεις, η ανάλυση δεν υιοθετεί απαισιόδοξο τόνο. Αντιθέτως, λειτουργεί ως κάλεσμα για άμεση δράση. Η πορεία της AI στα σχολεία δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Διαμορφώνεται από τις πολιτικές αποφάσεις, τους εκπαιδευτικούς, τις οικογένειες και τον σχεδιασμό των ίδιων των εφαρμογών. Η μελέτη προτείνει ένα πλαίσιο τριών αξόνων: Ευημερία, Ετοιμότητα και Προστασία. Στόχος είναι ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον όπου η AI υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο.
Στο καταληκτικό μέρος, το Brookings απευθύνει συστάσεις προς κράτη, σχολεία, τεχνολογικές εταιρείες και γονείς. Προτείνει αναθεώρηση του τρόπου μάθησης μέσα στην τάξη. Κοινό σχεδιασμό εργαλείων με συμμετοχή εκπαιδευτικών, μαθητών και τοπικών κοινοτήτων. Ανάπτυξη συστημάτων που καθοδηγούν αντί να παρέχουν έτοιμες απαντήσεις. Συνεχή έρευνα για την παιδική ανάπτυξη στην εποχή της ψηφιακής νοημοσύνης. Ενίσχυση της παιδείας γύρω από την AI για όλα τα μέλη της κοινότητας και ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Καθορισμό ηθικών κανόνων με επίκεντρο την ανθρώπινη ελευθερία. Καινοτόμα χρηματοδότηση για τη μείωση των ψηφιακών ανισοτήτων. Σχεδιασμό εφαρμογών που στηρίζουν την ψυχική ισορροπία των νέων. Θέσπιση αυστηρών κανόνων για την εκπαιδευτική τεχνολογία. Επιλογή συστημάτων που προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα. Και ουσιαστική στήριξη των γονέων για την ορθή χρήση της τεχνολογίας στο σπίτι.