Ένα παιδί κάθεται στο τραπέζι, αλλά δεν αγγίζει το φαγητό του. Ο γονιός ανησυχεί και προσπαθεί να το ενθαρρύνει: «Φάε δυο μπουκιές ακόμα», «Δοκίμασέ το, μπορεί να σου αρέσει», «Δεν έχεις φάει σχεδόν τίποτα σήμερα». Όσο όμως αυξάνεται η επιμονή, τόσο το παιδί μπορεί να απομακρύνεται περισσότερο από το φαγητό. Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι δύσκολο ή αρνείται να συνεργαστεί. Μπορεί, πολύ απλά, εκείνη τη στιγμή να μην είναι σε θέση να φάει.
Η όρεξη δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τη συναισθηματική μας κατάσταση. Όταν ένα παιδί είναι πολύ κουρασμένο, αγχωμένο, θυμωμένο ή υπερδιεγερμένο, το νευρικό του σύστημα μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης. Η προτεραιότητα του οργανισμού γίνεται η διαχείριση αυτού που βιώνει ως ένταση ή απειλή και τα σήματα της πείνας μπορεί προσωρινά να περάσουν σε δεύτερο πλάνο.
Και η «απειλή» δεν χρειάζεται να είναι κάτι δραματικό. Για ένα μικρό παιδί μπορεί να είναι ένα θορυβώδες τραπέζι, ένα άγνωστο φαγητό, η κούραση στο τέλος της ημέρας ή ακόμη και η πίεση να φάει περισσότερο. Μπορεί να μη φωνάξει ούτε να κλάψει. Ίσως απλώς γυρίζει το κεφάλι, σηκώνεται συνεχώς από την καρέκλα ή κλείνει το στόμα.
Γι’ αυτό και η επιμονή εκείνη τη στιγμή συχνά δεν βοηθά. Μπορεί, αντίθετα, να προσθέσει ακόμη περισσότερη ένταση γύρω από το γεύμα.
Πριν λοιπόν αναρωτηθούμε «πώς θα το κάνω να φάει;», αξίζει να αναρωτηθούμε: «Τι χρειάζεται για να νιώσει αρκετά ήρεμο και ασφαλές ώστε να μπορέσει να ακούσει το σώμα του;»
Γιατί ένα ήρεμο γεύμα δεν ξεκινά πάντα από το πιάτο. Ξεκινά από το πώς νιώθει το παιδί που κάθεται μπροστά του.