Παιδιά και κινητά: Τα προειδοποιητικά σημάδια της υπερβολικής χρήσης και ο ρόλος των γονέων

Η υπερβολική χρήση κινητών και ψηφιακών μέσων μπορεί να συνδέεται με πτώση σχολικών επιδόσεων, απομόνωση και έντονες αντιδράσεις.
pinterest

Η καθημερινότητα των παιδιών ηλικίας 10 έως 14 ετών έχει αλλάξει ριζικά μέσα σε περίπου μία δεκαπενταετία. Εκεί όπου κάποτε οι μεγαλύτερες συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια αφορούσαν την ώρα επιστροφής στο σπίτι, τις εξόδους με φίλους ή την απαίτηση για περισσότερη ανεξαρτησία, σήμερα ένα μεγάλο μέρος της έντασης περιστρέφεται γύρω από το smartphone, τα social media, τα βιντεοπαιχνίδια και τις ώρες μπροστά σε μια οθόνη.

Ο Αλμπέρτο Πελάι, ψυχοθεραπευτής με ειδίκευση στην ανάπτυξη παιδιών και εφήβων και καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, περιγράφει αυτή τη μετατόπιση ως μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχει παρατηρήσει μέσα από την επαφή του με οικογένειες. Κατά την εκτίμησή του, τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας έχουν βρεθεί σε πρωτοφανή βαθμό μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο ακριβώς σε μια περίοδο κατά την οποία οι πραγματικές εμπειρίες είναι καθοριστικές για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσες ώρες περνά ένα παιδί στο κινητό. Η ανησυχία γίνεται μεγαλύτερη όταν η ψηφιακή δραστηριότητα αρχίζει να εκτοπίζει το διάβασμα, την κίνηση, το παιχνίδι, τις φιλίες και συνολικά τη συμμετοχή στην καθημερινή ζωή.

Η πτώση των βαθμών ως πρώτο «καμπανάκι»

Μία από τις συχνότερες ενδείξεις που οδηγούν τους γονείς στην αναζήτηση βοήθειας είναι η επιδείνωση της σχολικής επίδοσης. Ένα παιδί που μέχρι πρόσφατα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του μπορεί σταδιακά να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να χάνει το ενδιαφέρον του ή να αφιερώνει λιγότερο χρόνο στο σχολείο.

Ο Πελάι συνδέει την υπερβολική έκθεση στην τεχνολογία με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στις γνωστικές λειτουργίες και επισημαίνει ότι έχει εντοπιστεί συσχέτιση μεταξύ πρώιμης πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σχολικής επίδοσης.

Ωστόσο, οι χαμηλότεροι βαθμοί δεν αποτελούν το μοναδικό στοιχείο που πρέπει να προβληματίσει μια οικογένεια. Μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχει η συνολικότερη αλλαγή στη συμπεριφορά.

Η κατάσταση γίνεται περισσότερο ανησυχητική όταν το παιδί αρχίζει να αποσύρεται από δραστηριότητες που προηγουμένως του προκαλούσαν ενδιαφέρον, περιορίζει τις πραγματικές κοινωνικές επαφές του και αναζητεί σχεδόν αποκλειστικά ικανοποίηση μέσα από την οθόνη.

Μια βόλτα, ένα άθλημα, μια συνάντηση με φίλους ή μια οικογενειακή δραστηριότητα μπορεί πλέον να φαίνονται λιγότερο ελκυστικά σε σύγκριση με την άμεση και διαρκή διέγερση που προσφέρουν οι ψηφιακές πλατφόρμες.

Όταν το κλείσιμο του κινητού προκαλεί έκρηξη

Ακόμη πιο έντονο προειδοποιητικό σημάδι αποτελούν οι ακραίες αντιδράσεις στην προσπάθεια περιορισμού της χρήσης μιας συσκευής.

Ο Πελάι περιγράφει περιπτώσεις στις οποίες παιδιά που έχουν περάσει πολλές ώρες στο κινητό ή σε άλλη ψηφιακή συσκευή αντιδρούν με έντονο θυμό και επιθετικότητα όταν οι γονείς επιχειρούν να διακόψουν τη χρήση.

Σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθούν απειλές αυτοτραυματισμού ή σωματική επιθετικότητα απέναντι στους γονείς, συμπεριφορές που ενδέχεται να καταστήσουν αναγκαία την παρέμβαση επαγγελματιών υγείας.

Ο ειδικός παραλληλίζει ορισμένες από αυτές τις έντονες αντιδράσεις με χαρακτηριστικά στέρησης, συνδέοντάς τες με τους μηχανισμούς ανταμοιβής του εγκεφάλου και τη συνεχή διέγερση που μπορούν να προσφέρουν τα ψηφιακά μέσα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που διαμαρτύρεται όταν του αφαιρείται το κινητό αντιμετωπίζει απαραίτητα σοβαρό πρόβλημα. Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στην ένταση, στη διάρκεια και στον βαθμό στον οποίο η συμπεριφορά επηρεάζει τη συνολική καθημερινότητά του.

Γιατί δεν αρκεί να πάρουν οι γονείς το smartphone

Η απλή απαγόρευση δεν αποτελεί, κατά τον Πελάι, ολοκληρωμένη απάντηση. Εάν ένας γονιός αφαιρέσει το κινητό ή την κονσόλα χωρίς να αλλάξει τίποτε άλλο στην καθημερινότητα του παιδιού, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό.

Η πρόκληση είναι να υπάρξει επιστροφή σε δραστηριότητες του πραγματικού κόσμου που μπορούν σταδιακά να ξανακερδίσουν το ενδιαφέρον του παιδιού.

Ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, μια οικογενειακή εκδρομή, μια βόλτα με ποδήλατο, ένα άθλημα ή περισσότερος χρόνος στη φύση μπορούν να λειτουργήσουν ως εναλλακτικές. Η λογική δεν είναι να παρουσιαστούν ως «τιμωρία» επειδή απομακρύνθηκε η οθόνη, αλλά ως πραγματικές εμπειρίες στις οποίες συμμετέχει και η οικογένεια.

Οι γονείς καλούνται, επομένως, να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στον ψηφιακό και τον πραγματικό κόσμο. Δεν αρκεί να πουν στο παιδί τι δεν μπορεί να κάνει. Χρειάζεται να το βοηθήσουν να ανακαλύψει ξανά τι μπορεί να κάνει χωρίς μια συσκευή στα χέρια.

Αυτό απαιτεί χρόνο και συμμετοχή, ιδιαίτερα όταν το smartphone ή το gaming έχουν ήδη καταλάβει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας.

Η δύσκολη περίοδος της «ψηφιακής αποσύνδεσης»

Η μείωση του χρόνου οθόνης είναι πιθανό να συνοδευτεί αρχικά από εκνευρισμό, απογοήτευση και αντιδράσεις. Για τον Πελάι, αυτή ακριβώς είναι μια φάση κατά την οποία η παρουσία των γονέων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η εγκατάλειψη των ορίων με την πρώτη έντονη διαμαρτυρία μπορεί να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια. Αντίθετα, το παιδί χρειάζεται χρόνο ώστε να προσαρμοστεί σε μια καθημερινότητα όπου δεν υπάρχει συνεχής ψηφιακή ανταμοιβή.

Η διαδικασία αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στην προεφηβεία και στην εφηβεία. Πρόκειται για χρόνια κατά τα οποία η φιλία, η κοινωνική επαφή, οι συγκρούσεις, οι απογοητεύσεις και οι πρώτες ερωτικές εμπειρίες συμβάλλουν στη συναισθηματική και κοινωνική ωρίμανση.

Όταν ένα μεγάλο μέρος αυτών των εμπειριών αντικαθίσταται από την οθόνη, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο τα παιδιά έχουν αρκετές ευκαιρίες να αναπτύξουν δεξιότητες που θα χρειαστούν αργότερα στην ενήλικη ζωή.

Τι γνωρίζουμε για τον εγκέφαλο των παιδιών

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της σημερινής ψηφιακής πραγματικότητας στην ανάπτυξη του εγκεφάλου δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Η γενιά που μεγαλώνει από πολύ μικρή ηλικία με smartphones, social media και διαρκή διαδικτυακή σύνδεση αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο.

Ο Πελάι εστιάζει, πάντως, και σε όσα μπορεί να χάνει ένα παιδί όταν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του διοχετεύεται στις οθόνες.

Η ανάγνωση, η σωματική κίνηση, το ελεύθερο παιχνίδι και η κοινωνική αλληλεπίδραση παρέχουν διαφορετικά ερεθίσματα, τα οποία συνδέονται με την καλλιέργεια δεξιοτήτων και τη συνολικότερη ανάπτυξη.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας: η πλαστικότητα του παιδικού και εφηβικού εγκεφάλου. Ακριβώς επειδή ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες μάθησης, αλληλεπίδρασης και ανάπτυξης.

Επομένως, μια περίοδος υπερβολικής χρήσης της τεχνολογίας δεν σημαίνει ότι η κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει. Η έγκαιρη παρέμβαση και η επαναφορά πραγματικών εμπειριών στην καθημερινότητα μπορούν να συμβάλουν σε μια διαφορετική πορεία.

Το στοίχημα των κανόνων χωρίς «δαιμονοποίηση» της τεχνολογίας

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην πλήρη απομάκρυνση των παιδιών από την τεχνολογία. Ο ψηφιακός κόσμος αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης, της επικοινωνίας και της κοινωνικής ζωής, επομένως μια συνολική απαγόρευση δύσκολα μπορεί να αποτελέσει ρεαλιστική λύση.

Το ζητούμενο μετατοπίζεται στη δημιουργία σαφών κανόνων και κοινής ψηφιακής κουλτούρας μέσα στην οικογένεια και το σχολείο.

Σε αυτή τη λογική εντάχθηκαν και τα «ψηφιακά εκπαιδευτικά σύμφωνα» που διαμορφώθηκαν στο Μιλάνο στα τέλη του 2024 με τη συμμετοχή νέων, γονέων, εκπαιδευτικών και ειδικών. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα κοινό πλαίσιο συστάσεων γύρω από τη σχέση των παιδιών με την τεχνολογία.

Η ουσία της συζήτησης βρίσκεται τελικά στην ισορροπία. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να κινούνται στον ψηφιακό κόσμο, χωρίς αυτός να καταλαμβάνει τον χώρο που χρειάζονται οι πραγματικές φιλίες, η κίνηση, η δημιουργικότητα, η οικογένεια και οι εμπειρίες έξω από την οθόνη.

Για τους γονείς, η πρόκληση δεν είναι απλώς να περιορίσουν τις ώρες χρήσης ενός smartphone. Είναι να βοηθήσουν τα παιδιά να καταλάβουν ότι ο ψηφιακός κόσμος αποτελεί ένα μέρος της ζωής τους — όχι το υποκατάστατο της πραγματικής ζωής.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ