Οι επαγγελματικές προοπτικές των νέων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τα προσόντα τους, αλλά και από την κοινωνική τους προέλευση. Βάσει πρόσφατων στοιχείων, η περιουσιακή κατάσταση της οικογένειας και οι διευκολύνσεις που αυτή προσφέρει είναι καθοριστικές για την ένταξη στην εργασία, καθώς οι οικονομικοί πόροι προδιαγράφουν συχνά το κοινωνικό κύρος και την επαγγελματική πορεία του ατόμου.
Η ικανότητα των κηδεμόνων να συνδράμουν τα παιδιά τους, είτε με χρηματική κάλυψη ενοικίου σε ακριβά κέντρα είτε με άλλες παροχές, τους ανοίγει την πόρτα σε κλάδους με υψηλές απολαβές. Με την πατρική υποστήριξη, οι νέοι κατορθώνουν ευκολότερα να εγκατασταθούν σε μητροπόλεις, όπως το Λονδίνο, όπου οι πιθανότητες για καλύτερους μισθούς και εξέλιξη είναι σαφώς περισσότερες. Η επαφή με την απαιτητική κτηματομεσιτική αγορά ή η ιδιοκατοίκηση αποτελούν κομβικά πλεονεκτήματα για την επαγγελματική εκκίνηση, εξασφαλίζοντας προβάδισμα για ανώτερες θέσεις και ταχύτερη αναρρίχηση στην ιεραρχία.
Κοινωνική ανέλιξη και εργασιακή αναγνώριση
Τα πορίσματα της μελέτης καταδεικνύουν ότι τα οικογενειακά κεφάλαια αποτελούν βασικό μοχλό για τη σταδιοδρομία των νέων και την κοινωνική τους καταξίωση. Γονείς με οικονομική επιφάνεια προσφέρουν στους διαδόχους τους τα εφόδια να παρακάμψουν εμπόδια που θα φρέναραν την πορεία τους, όπως το στεγαστικό πρόβλημα ή η δυσκολία πρόσβασης σε ισχυρά επαγγελματικά δίκτυα. Αντιθέτως, όσοι στερούνται τέτοιας αρωγής ίσως εγκλωβίζονται σε εργασίες με πενιχρές αμοιβές και ελάχιστα περιθώρια βελτίωσης.
Αυτή η συνθήκη βαθαίνει το κοινωνικό χάσμα, αφού τα παιδιά από λιγότερο εύπορα στρώματα στερούνται τις ίδιες ευκαιρίες για πρόοδο. Παρόλο που η κατοχή πτυχίων και δεξιοτήτων μπορεί να δημιουργήσει κάποιες διέξοδους, η κοινωνική τάξη και η οικονομική πλάτη παραμένουν οι κρισιμότεροι παράγοντες που οριοθετούν τις επαγγελματικές επιλογές και την εξέλιξη.
Οι επιπτώσεις στο εργασιακό περιβάλλον
Η παγίωση αυτής της οικονομικής απόστασης επιφέρει μακροχρόνιες αλλαγές στον χώρο της εργασίας. Αντί οι νέοι να χαράζουν πορεία βάσει ταλέντου και κλίσεων, συχνά αναλώνονται στον αγώνα για επιβίωση σε ένα πιεστικό πλαίσιο, το οποίο τρέφει την ανισότητα και αναχαιτίζει την κοινωνική κινητικότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι, παρά τις νέες θέσεις εργασίας, η ουσιαστική ανέλιξη δεν σχετίζεται πάντα με την αξία του υπαλλήλου, αλλά με την οικονομική του ασφάλεια και την καταγωγή του.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο αποτελεί στοίχημα για την πολιτεία, που οφείλει να βρει τρόπους διασφάλισης ίσων ευκαιριών για όλους, χωρίς διακρίσεις υπόβαθρου. Η ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης και ο περιορισμός των ανισοτήτων στην εκπαίδευση και την απασχόληση αποτελούν ζωτικά βήματα για τη συγκρότηση ενός πιο δίκαιου κοινωνικού ιστού.