Η εφηβεία είναι ίσως η πρώτη περίοδος της ζωής όπου ένας άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να αναρωτιέται: «Ποιος είμαι;». Όχι ποιος πρέπει να είναι. Όχι ποιος περιμένουν οι άλλοι να γίνει. Αλλά ποιος είναι όταν μένει μόνος με τον εαυτό του.
Και αυτή η ερώτηση δεν είναι καθόλου εύκολη.
Πολλά παιδιά μεγαλώνουν μαθαίνοντας, συχνά χωρίς λόγια, ότι η αποδοχή χρειάζεται προϋποθέσεις. Να είναι «καλά παιδιά», επιτυχημένα, ήρεμα, κοινωνικά, δυνατά. Έτσι, σιγά σιγά αρχίζουν να προσαρμόζονται. Αλλάζουν τον τρόπο που μιλούν για να ταιριάξουν σε μια παρέα. Κρύβουν πλευρές του εαυτού τους για να μην απορριφθούν. Δείχνουν μόνο ό,τι πιστεύουν ότι θα αγαπηθεί.
Κάπου εκεί, όμως, αρχίζει να χάνεται η επαφή με το αυθεντικό τους κομμάτι.
Η οικογενειακή θεραπεύτρια Virginia Satir πίστευε ότι η αυτοεκτίμηση δεν χτίζεται μέσα από την τελειότητα ή την επιβεβαίωση των άλλων. Χτίζεται όταν ένας άνθρωπος νιώθει ότι έχει αξία ακόμη και όταν δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Όταν μπορεί να πει «αυτός είμαι» χωρίς φόβο ότι θα χάσει την αγάπη ή την αποδοχή.
Γι’ αυτό και η εφηβεία είναι συχνά τόσο έντονη ψυχικά. Δεν είναι μόνο οι ορμόνες ή οι αλλαγές. Είναι η βαθιά ανάγκη ενός νέου ανθρώπου να ανακαλύψει αν μπορεί να είναι ο εαυτός του και ταυτόχρονα να συνεχίσει να αγαπιέται.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που μπορεί να πάρει ένα παιδί: ότι δεν χρειάζεται να γίνει κάποιος άλλος για να αξίζει.