Πότε πρέπει να μιλάμε στα παιδιά για το σεξ; 

Η συζήτηση για το σεξ με τα παιδιά δεν είναι μια «δύσκολη στιγμή», αλλά μια φυσική και σταδιακή διαδικασία που ξεκινά από νωρίς, χτίζοντας εμπιστοσύνη, γνώση και υγιή στάση απέναντι στο σώμα.

Το θέμα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μέσα στην οικογένεια είναι συχνά άβολο και για τους γονείς και για τα παιδιά. Πολλοί το αναβάλλουν, περιμένοντας «την κατάλληλη στιγμή». Όμως αυτή η στιγμή, τις περισσότερες φορές, έρχεται πιο αργά απ’ όσο χρειάζεται.


Όταν η «κατάλληλη στιγμή» αργεί να έρθει

Οι συζητήσεις γύρω από το σεξ δεν γίνονται συνήθως όλες μαζί, αλλά εξελίσσονται σταδιακά. Στην αρχή, οι γονείς μιλούν περισσότερο για τις σχέσεις, το σώμα και τα συναισθήματα. Καθώς οι έφηβοι μεγαλώνουν, η κουβέντα μετακινείται πιο φυσικά σε πιο πρακτικά ζητήματα, όπως η αντισύλληψη ή τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.


Μικρές συζητήσεις που χτίζουν εμπιστοσύνη

Πολλές φορές, η πρώτη επαφή με το θέμα έρχεται μέσα από μια απλή, αυθόρμητη ερώτηση του παιδιού: «Τι είναι το σεξ;». Εκείνη τη στιγμή, αρκετοί γονείς νιώθουν αμηχανία ή δεν είναι προετοιμασμένοι για το πώς να απαντήσουν. Άλλοι αποφεύγουν την ερώτηση, τη μεταθέτουν για αργότερα ή δίνουν μια βιαστική, ασαφή απάντηση. Χωρίς να το θέλουν, μπορεί έτσι να περάσουν το μήνυμα ότι το σεξ είναι κάτι «ντροπιαστικό», απαγορευμένο ή φορτισμένο με ενοχή, κάτι για το οποίο δεν μιλάμε ανοιχτά. Αυτό όμως δεν σταματά την περιέργεια του παιδιού, απλώς το οδηγεί να αναζητήσει απαντήσεις αλλού, συχνά χωρίς πλαίσιο ή καθοδήγηση.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι πιο ουσιαστικές συζητήσεις έρχονται αφού οι έφηβοι έχουν ήδη ξεκινήσει σεξουαλικές εμπειρίες. Δηλαδή, το παιδί μπορεί να έχει ήδη βρεθεί σε μια κατάσταση όπου χρειάζεται γνώση και προστασία, χωρίς να την έχει λάβει έγκαιρα από τους γονείς του.

Εξίσου σημαντικό κομμάτι της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης είναι να μάθουν τα παιδιά ότι έχουν το δικαίωμα να λένε «όχι». Αυτό δεν αφορά μόνο το σεξ, αλλά και το σώμα τους συνολικά: πότε νιώθουν άνετα, πότε όχι, πώς αναγνωρίζουν τα όριά τους και πώς τα εκφράζουν. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η φωνή του ακούγεται και γίνεται σεβαστή, είναι πιο πιθανό να μπορεί να θέτει όρια και στις μελλοντικές του σχέσεις. Το «όχι» δεν είναι απλώς μια λέξη, είναι μια δεξιότητα που χτίζεται μέσα από την καθημερινή σχέση με τους γονείς.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί γονείς νιώθουν πιο άνετα να μιλήσουν όσο το παιδί μεγαλώνει. Ταυτόχρονα, όμως, συχνά θεωρούν ότι «δεν χρειάζεται πια», γιατί το παιδί έχει ήδη εμπειρίες ή δείχνει πιο ανεξάρτητο. Έτσι δημιουργείται ένα κενό: ακριβώς τη στιγμή που η πληροφορία είναι πιο χρήσιμη, η συζήτηση μειώνεται.

Τελικά, το μήνυμα δεν είναι απλώς «να μιλήσουμε», αλλά να μιλήσουμε νωρίς και να συνεχίσουμε. Όχι με μία μεγάλη συζήτηση, αλλά με πολλές μικρές, που εξελίσσονται μαζί με το παιδί. Γιατί η ενημέρωση δεν προστατεύει μόνο από κινδύνους, δημιουργεί και μια σχέση εμπιστοσύνης που κρατάει στον χρόνο.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ