Ο καρκίνος μαστού (ΚΜ) αποτελεί τη συνηθέστερη κακοήθεια του γυναικείου πληθυσμού, τη δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο μετά τον καρκίνο του πνεύμονα, καθώς και τη συχνότερη αιτία θανάτου στις γυναίκες ηλικίας 40 με 55 ετών.
Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια ζωής μιας γυναίκας, η πιθανότητα εμφάνισης ΚΜ φτάνει το 12-13%, δηλαδή περίπου 1 στις 8-9 γυναίκες κάποια στιγμή στη ζωή της θα προσβληθεί από καρκίνο του μαστού. Αυτό το ποσοστό αναφέρεται στις γυναίκες μέσου κινδύνου, που αποτελούν και την πλειονότητα των περιπτώσεων, τον λεγόμενο σποραδικό καρκίνο. Υπάρχουν όμως και άλλες πληθυσμιακές ομάδες, οι λεγόμενες υψηλού κινδύνου, στις οποίες η πιθανότητα εμφάνισης είναι αισθητά υψηλότερη και συνεπώς χρήζουν διαφορετικής και εξατομικευμένης προσέγγισης τόσο σε επίπεδο πρόληψης όσο και σε αυτό της θεραπείας.
Η πρόληψη στηρίζεται στην απλή εξέταση, τη μαστογραφία. Η πρόληψη διαχωρίζεται σε πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή.

Στον καρκίνο του μαστού πρωτογενής πρόληψη δεν υφίσταται. Συνιστάται αποφυγή αλκοόλ, καπνίσματος και διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους.
Η μαστογραφία ως μέσο δευτερογενούς πρόληψης έχει αποδεδειγμένο όφελος, καθώς οι μελέτες έχουν δείξει ότι η θνητότητα από ΚΜ στις γυναίκες έχει μειωθεί κατά 39% από το 1989 μέχρι το 2015.
Στην κλινική πράξη η χρήση μαθηματικών μοντέλων βοηθά στον υπολογισμό πιθανότητας εμφάνισης ΚΜ, καθώς και στην ταξινόμηση των ασθενών σε μέσου ή υψηλού κινδύνου. Το συνηθέστερο μοντέλο που χρησιμοποιείται είναι το modified Gail 2 model ή NCI Breast Cancer Risk Assessment Tool.
Αξίζει να αναφερθεί ότι σε επιλεγμένες περιπτώσεις (π.χ. πυκνοί μαστοί μαστογραφικά) ο έλεγχος πρέπει να συμπληρώνεται με υπερηχογράφημα μαστών. Επιπρόσθετα, η μαγνητική τομογραφία μαστών κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στον προληπτικό έλεγχο γυναικών, ιδιαίτερα σε εκείνες με πυκνούς μαστούς. Έχει διαπιστωθεί ότι οι πυκνοί μαστοί αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης ΚΜ και μειώνουν την ευαισθησία της μαστογραφίας.
Τα τελευταία χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη εφαρμόζεται στην έγκαιρη διάγνωση (μαστογραφία), ενώ γίνονται προσπάθειες να εφαρμοστεί στη θεραπεία και στην πρόγνωση.
Αναφορικά με τον προληπτικό έλεγχο σε ασθενείς μέσου κινδύνου, αυτός συνίσταται σε:
• Ετήσιο έλεγχο με ψηφιακή μαστογραφία από την ηλικία των 40
• Η κλινική εξέταση του μαστού πρέπει να αποτελεί μέρος του προληπτικού ελέγχου και να γίνεται κάθε 3 χρόνια περίπου για γυναίκες ηλικίας μεταξύ 20 και 30, και κάθε χρόνο για γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω.
Αντίθετα, οι ασθενείς υψηλού κινδύνου περιλαμβάνουν τις παρακάτω περιπτώσεις:
• Ατομικό ιστορικό με λοβιακό καρκίνωμα in situ, άτυπη υπερπλασία ή καρκίνο μαστού
• Ηλικία ≥35 ετών και 5ετής πιθανότητα εμφάνισης με Gail model risk ≥1,7%
• Πιθανότητα εμφάνισης κατά τη διάρκεια της ζωής της ασθενούς με Gail model risk >20%
• Εξαιρετικά πυκνοί μαστοί σε μαστογραφικό έλεγχο
• Άτομα με γνωστή μετάλλαξη στα γονίδια BRCA1, BRCA2, PTEN, TP53
• Α’ βαθμού συγγενή με μετάλλαξη BRCA1/BRCA2
• Οικογενή σύνδρομα
• Ατομικό ιστορικό προηγηθείσας ακτινοβόλησης θώρακα μεταξύ των ηλικιών 10-30 ετών
• Θεραπεία λεμφώματος
Σε αυτές, ο προληπτικός έλεγχος συνίσταται σε:
• Κλινική εξέταση κάθε 6-12 μήνες από την ηλικία των 25 ετών ή 10 χρόνια πριν την ηλικία εμφάνισης ΚΜ σε συγγενικό πρόσωπο
• Ετήσια μαστογραφία από τα 30 έτη και προσθήκη μαγνητικής μαστογραφίας
• Υπερηχογράφημα μαστών επί αδυναμίας διενέργειας μαγνητικής τομογραφίας ή συμπληρωματικά
Οι γυναίκες υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού (βάσει οικογενειακής ή γενετικής προδιάθεσης, ατομικού ιστορικού ΚΜ) θα πρέπει να ενημερώνονται από τον γιατρό τους για τα οφέλη και τους περιορισμούς της προληπτικής προσέγγισης, του ελέγχου με μαστογραφία, της ανάγκης εφαρμογής πιο εντατικού ελέγχου (π.χ. μαγνητική τομογραφία) ή και την αύξηση της συχνότητας των εξετάσεων. Επιπλέον, σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα θα πρέπει να συζητούνται τα πιθανά οφέλη της χειρουργικής πρόληψης (διμερής μαστεκτομή, ωοθηκεκτομή).
Θα πρέπει να επισημάνουμε τη σπουδαιότητα της κλινικής εξέτασης από απόλυτα εξειδικευμένο ιατρό, ο οποίος θα κατευθύνει τον ασθενή και θα καθορίσει το είδος της προληπτικής εξέτασης.
Ο προληπτικός έλεγχος, εκτός από τη βελτίωση της επιβίωσης, αυξάνει και την πιθανότητα διατήρησης μαστού καθώς δύναται να εντοπίσει μικρότερου μεγέθους μη ψηλαφητές βλάβες στον μαστό.
Ειρήνη Θ. Καρυδά
Χειρουργός
Διευθύντρια Κέντρου Μαστού ΥΓΕΙΑ