Προσυμπτωματικός έλεγχος: Πότε χρειάζεται και πότε όχι η μαστογραφία – Νέα επικαιροποιημένη οδηγία

Ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού αποτελεί ένα ζήτημα που απασχολεί τόσο τις γυναίκες όσο και τους γιατρούς, καθώς εγείρει ερωτήματα σχετικά με την κατάλληλη ηλικία έναρξης, τη συχνότητα των εξετάσεων και το πότε είναι σκόπιμο να διακόπτονται.

Η πρόσφατα επικαιροποιημένη οδηγία του American College of Physicians, που δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine, επικεντρώνεται σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου δηλαδή σε όσες δεν έχουν προσωπικό ιστορικό καρκίνου μαστού, δεν φέρουν γνωστές γονιδιακές μεταλλάξεις υψηλού κινδύνου, δεν πάσχουν από σχετικά κληρονομικά σύνδρομα και δεν έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία θώρακα σε νεαρή ηλικία.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το βασικό μήνυμα της οδηγίας είναι ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ενιαία πρακτική για όλες τις γυναίκες. Αντίθετα, χρειάζεται να προσαρμόζεται με βάση την ηλικία, τις προσωπικές προτιμήσεις και την ισορροπία ανάμεσα στα πιθανά οφέλη και τις ενδεχόμενες επιβαρύνσεις.

Για τις γυναίκες ηλικίας 40 έως 49 ετών, δεν συστήνεται η αυτόματη έναρξη τακτικού μαστογραφικού ελέγχου. Η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από ενημερωμένη συζήτηση με τον γιατρό, όπου εξετάζονται τόσο τα πιθανά οφέλη όσο και οι κίνδυνοι. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, τα οφέλη θεωρούνται υπαρκτά αλλά πιο περιορισμένα και λιγότερο σαφή σε σύγκριση με μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ οι αρνητικές συνέπειες είναι πιο πιθανές. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα, που μπορεί να προκαλέσουν άγχος και να οδηγήσουν σε πρόσθετες εξετάσεις ή βιοψίες, καθώς και η υπερδιάγνωση, δηλαδή η ανίχνευση όγκων που ενδέχεται να μην προκαλούσαν ποτέ πρόβλημα. Εφόσον μια γυναίκα, αφού ενημερωθεί, επιλέξει να υποβληθεί σε έλεγχο, αυτός μπορεί να πραγματοποιείται ανά διετία.

Για τις ηλικίες 50 έως 74 ετών, η σύσταση είναι πιο ξεκάθαρη: προτείνεται μαστογραφία κάθε δύο χρόνια για ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου. Σε αυτή την ομάδα, τα δεδομένα δείχνουν ότι τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών βλαβών, καθώς ο έλεγχος συνδέεται με μείωση της θνησιμότητας και λιγότερες περιπτώσεις προχωρημένου καρκίνου. Ωστόσο, οι αρνητικές επιπτώσεις -όπως ψευδώς θετικά ευρήματα και περιττές παρεμβάσεις- δεν εκλείπουν. Για τον λόγο αυτό, δεν προτείνεται η ετήσια μαστογραφία ως ρουτίνα, καθώς αυξάνει τις ανεπιθύμητες συνέπειες χωρίς σαφές επιπλέον όφελος σε σχέση με τον διετή έλεγχο.

Για γυναίκες 75 ετών και άνω ή για όσες έχουν περιορισμένο προσδόκιμο ζωής λόγω σοβαρών νοσημάτων, συνιστάται να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του προσυμπτωματικού ελέγχου. Η λογική πίσω από αυτή τη σύσταση είναι ότι, με την αύξηση της ηλικίας ή την επιδείνωση της γενικής υγείας, τα πιθανά οφέλη μειώνονται, ενώ οι επιβαρύνσεις -όπως η υπερδιάγνωση και οι περιττές θεραπείες- αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Ιδιαίτερα για γυναίκες με προσδόκιμο ζωής κάτω των πέντε ετών, θεωρείται απίθανο να υπάρξει ουσιαστικό όφελος από τον έλεγχο. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση δεν είναι απόλυτη: εφόσον μια γυναίκα επιθυμεί να συνεχίσει, μπορεί να γίνεται μαστογραφία ανά διετία, με επανεκτίμηση ανά δύο χρόνια.

Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στις γυναίκες με πυκνούς μαστούς (κατηγορίες C ή D κατά BI-RADS). Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να εξεταστεί η χρήση ψηφιακής τομοσύνθεσης μαστού ως συμπληρωματικής μεθόδου, καθώς φαίνεται να αυξάνει τον εντοπισμό καρκίνων, ιδιαίτερα στην αρχή του ελέγχου, χωρίς σημαντική αύξηση ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η χρήση της πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η επιπλέον ακτινοβολία, η διαθεσιμότητα και το κόστος.

Αντίθετα, η συμπληρωματική χρήση μαγνητικής μαστογραφίας ή υπερηχογραφήματος δεν προτείνεται ως πρακτική ρουτίνας για ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου με πυκνούς μαστούς. Σημειώνεται ότι αν και οι μέθοδοι αυτές μπορεί να ανιχνεύουν περισσότερα ευρήματα, συνοδεύονται από αυξημένο αριθμό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, περισσότερες βιοψίες και, στην περίπτωση της μαγνητικής, πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη διαδικασία ή τα σκιαγραφικά. Επιπλέον, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι μειώνουν τη θνησιμότητα.

Συνολικά, οι ειδικοί τονίζουν ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι απλώς μια τυπική ιατρική πράξη, αλλά μια διαδικασία που απαιτεί ενημέρωση, διάλογο και εξατομίκευση. Η διετής μαστογραφία παραμένει η βασική σύσταση για γυναίκες 50 έως 74 ετών, ενώ για τις ηλικίες 40 έως 49 ετών η απόφαση είναι περισσότερο προσωπική. Για τις γυναίκες άνω των 75 ετών, η έμφαση μετατοπίζεται στο κατά πόσο ο έλεγχος προσφέρει πραγματικό όφελος σε σχέση με τις πιθανές επιβαρύνσεις, ενισχύοντας έτσι μια πιο ανθρώπινη και εξατομικευμένη προσέγγιση στην πρόληψη.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ