Όταν κάποιος αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια για κάτι που τον δυσκολεύει, μπορεί να βρεθεί μπροστά σε πολλούς διαφορετικούς όρους: ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, ψυχαναλυτής, ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση. Τι σημαίνουν, όμως, όλα αυτά και ποια είναι τελικά η διαφορά;
Ο ψυχολόγος είναι επαγγελματίας με πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ψυχολογία και άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Ο ψυχοθεραπευτής είναι ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας που έχει λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία και εφαρμόζει μια συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση, με στόχο να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει και να επεξεργαστεί σκέψεις, συναισθήματα, συμπεριφορές και σχέσεις που μπορεί να το δυσκολεύουν. Η διαδικασία βασίζεται σε μια σταθερή, εμπιστευτική θεραπευτική σχέση, μέσα στην οποία θεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται με βάση τις ανάγκες και τους στόχους του δεύτερου. Η αίσθηση ασφάλειας, αποδοχής και εμπιστοσύνης είναι σημαντική, καθώς δημιουργεί τον χώρο ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να μιλήσει ανοιχτά ακόμη και για πλευρές του εαυτού του ή εμπειρίες που δυσκολεύεται να μοιραστεί αλλού. Ανάλογα με την προσέγγιση, η θεραπευτική δουλειά μπορεί να επικεντρώνεται στις σκέψεις και τις συμπεριφορές, στις σχέσεις και τα οικογενειακά μοτίβα, στις πρώιμες εμπειρίες ή σε βαθύτερα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη ζωή του.
Η ψυχανάλυση, από την άλλη, είναι μια συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση που βασίζεται στην ψυχαναλυτική θεωρία και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ασυνείδητο, στις πρώιμες εμπειρίες, στις σχέσεις και στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που μπορεί να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε και σχετιζόμαστε σήμερα. Στην κλασική ψυχανάλυση, οι συνεδρίες πραγματοποιούνται συνήθως περισσότερες από δυο φορές την εβδομάδα και ο θεραπευόμενος ξαπλώνει στο ντιβάνι, ενώ ο αναλυτής κάθεται πίσω του, ώστε να διευκολύνεται η ελεύθερη έκφραση σκέψεων και συνειρμών. Πρόκειται συνήθως για μια πιο εντατική και μακροχρόνια διαδικασία.
Διαφορετική είναι η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, η οποία αξιοποιεί πολλές από τις ίδιες θεωρητικές αρχές, αλλά συνήθως πραγματοποιείται πρόσωπο με πρόσωπο και μπορεί να γίνεται μία ή περισσότερες φορές την εβδομάδα, ανάλογα με το θεραπευτικό πλαίσιο και τις ανάγκες του ατόμου. Και στις δύο περιπτώσεις, στόχος είναι η βαθύτερη κατανόηση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και των μοτίβων που μπορεί να επηρεάζουν τη ζωή και τις σχέσεις του.
Υπάρχουν, όμως, πολλές ακόμη μορφές ψυχοθεραπείας. Στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), για παράδειγμα, η δουλειά επικεντρώνεται στη σύνδεση ανάμεσα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Η συστημική ψυχοθεραπεία εξετάζει το άτομο μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων και των συστημάτων στα οποία ανήκει, όπως η οικογένεια ή το ζευγάρι. Η θεραπεία σχημάτων εστιάζει σε βαθύτερα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις εμπειρίες ζωής.
Τελικά, λοιπόν, το σημαντικό δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε αν κάποιος είναι «ψυχολόγος» ή «ψυχοθεραπευτής», αλλά να γνωρίζουμε με ποια προσέγγιση έχει εκπαιδευτεί, ποια είναι η επαγγελματική του ιδιότητα και αν ο τρόπος δουλειάς του ταιριάζει στις δικές μας ανάγκες και στόχους. Η επιλογή ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης είναι μια προσωπική διαδικασία και μπορεί να συζητηθεί από την αρχή με τον επαγγελματία, ώστε η θεραπεία να έχει σαφή κατεύθυνση και να ανταποκρίνεται σε αυτό για το οποίο ζητάμε βοήθεια.