Σύμφωνα με τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα, η επίδραση του ψηφιακού κόσμου στην ανάπτυξη των νέων δεν κρίνεται αποκλειστικά από τις ώρες που αφιερώνουν μπροστά σε μια οθόνη. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν το είδος του περιεχομένου που καταναλώνουν, ο τρόπος αλληλεπίδρασης με τις πλατφόρμες, αλλά και οι ουσιαστικές εμπειρίες της καθημερινότητας τις οποίες εκτοπίζει η ψηφιακή δραστηριότητα.
Τα ευρήματα της πρόσφατης έκθεσης «Μεγαλώνοντας στην Ψηφιακή Εποχή: μια σύνθεση επιστημονικών δεδομένων και πολιτικών», που συντάχθηκε από την Πρωτοβουλία για την Ψυχική Υγεία Παιδιών & Εφήβων (CAMHI) σε συνεργασία με το Child Mind Institute της Νέας Υόρκης, αποτυπώνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Η προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε εφήβους 15 και 16 ετών σημείωσε αλματώδη αύξηση, σκαρφαλώνοντας από το 36,1% το 2015 στο 48% το 2024.
Στην Ελλάδα, η παρουσία των νέων στο διαδίκτυο είναι σχεδόν καθολική, με την καθημερινή χρήση στους μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να αυξάνεται από το 77% το 2019 στο 86% το 2025. Παράλληλα, το 61% των εφήβων δηλώνει ότι έχει εκτεθεί, συνήθως τυχαία, σε επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο.
Ευαλωτότητα, άγχος και η ανάγκη για πραγματική σύνδεση
Οι κίνδυνοι του διαδικτύου δεν κατανέμονται ισότιμα. Ιδιαίτερα ευάλωτοι εμφανίζονται οι μεγαλύτεροι έφηβοι, τα κορίτσια, καθώς και οι νέοι που ήδη βιώνουν συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης ή άλλες συναισθηματικές δυσκολίες. Παρόλα αυτά, το ψηφιακό περιβάλλον διατηρεί μια διττή φύση, καθώς μπορεί να προσφέρει πολύτιμα κανάλια επικοινωνίας και υποστήριξης σε άτομα που βιώνουν κοινωνική απομόνωση, ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές ή ανήκουν σε περιθωριοποιημένες ομάδες.
Στο πλαίσιο της έρευνας, συζητήσεις με 85 εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών από πέντε ελληνικές πόλεις ανέδειξαν αυτή την ισορροπία. Οι ίδιοι οι έφηβοι αναγνωρίζουν τα οφέλη της δικτύωσης, της πρόσβασης στην πληροφορία και της συμμετοχής σε κοινότητες, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνουν την ανάγκη για προστασία, ιδιαίτερα των μικρότερων παιδιών. Παράλληλα, εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τους οριζόντιους απαγορευτικούς κανόνες που παρακάμπτονται εύκολα, ζητώντας αντίθετα ουσιαστική ψηφιακή παιδεία, ανοιχτό διάλογο, υποστηρικτικές οικογενειακές σχέσεις και ευκαιρίες για άθληση και κοινωνικοποίηση εκτός οθόνης.
Στοχευμένες παρεμβάσεις και η ευθύνη των πλατφορμών
Η έκθεση τονίζει ότι η επιστημονική αβεβαιότητα σε ορισμένους τομείς δεν δικαιολογεί την αδράνεια, καθώς τα υπάρχοντα δεδομένα προσφέρουν επαρκή καθοδήγηση για τη λήψη μέτρων. Οι πλέον αποτελεσματικές παρεμβάσεις είναι εκείνες που εστιάζουν σε συγκεκριμένους μηχανισμούς κινδύνου, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η έκθεση σε ακατάλληλο υλικό και η διαταραχή του ύπνου.
Η θωράκιση των νέων απαιτεί ένα συνδυαστικό μοντέλο που περιλαμβάνει τη συστηματική ψηφιακή παιδεία, τη δραστήρια καθοδήγηση από γονείς και εκπαιδευτικούς, την ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας, αλλά και την ανάληψη ουσιαστικής ευθύνης από τις ίδιες τις τεχνολογικές πλατφόρμες. Μέτρα όπως ο περιορισμός των κινητών τηλεφώνων στα σχολεία δείχνουν να μειώνουν τους περισπασμούς όταν εφαρμόζονται με συνέπεια, ενώ τα ηλικιακά όρια πρόσβασης παραμένουν ένα πεδίο υπό διαρκή αξιολόγηση. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η επιτυχία κάθε πολιτικής εξαρτάται από τη διαρκή προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις και την ενεργό ενσωμάτωση των φωνών των ίδιων των εφήβων.
πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ