Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να πουν «όχι». Προσπαθούν συνεχώς να ικανοποιούν τους άλλους, ανησυχούν υπερβολικά μήπως δυσαρεστήσουν κάποιον και συχνά βάζουν τις ανάγκες των γύρω τους πάνω από τις δικές τους.
Αυτό που συνήθως περιγράφεται ως people pleasing δεν είναι απλώς ευγένεια ή καλοσύνη. Είναι ένας βαθύτερος ψυχολογικός μηχανισμός που συνδέεται με την ανάγκη για αποδοχή και ασφάλεια.
Πολλοί άνθρωποι έμαθαν από νωρίς ότι η αγάπη, η ηρεμία και η σύνδεση εξαρτώνται από το να είναι «καλοί», βολικοί ή συνεχώς διαθέσιμοι. Έτσι ο εγκέφαλος κατέγραψε μια βασική πεποίθηση: «αν αρέσω, είμαι ασφαλής».
Στην ενήλικη ζωή αυτό μεταφράζεται σε υπερπροσαρμογή. Ο άνθρωπος παραμερίζει τις δικές του ανάγκες για να μη χάσει την αποδοχή των άλλων. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η προσπάθεια δεν τελειώνει ποτέ.
Πάντα θα υπάρχει κάποιος που δεν έμεινε ικανοποιημένος, κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα ή μια πιθανότητα απόρριψης που γεννά άγχος.
Στη συστημική ψυχολογία βλέπουμε συχνά ότι οι άνθρωποι που λειτουργούν έτσι μοιάζουν εξωτερικά πολύ δοτικοί και φροντιστικοί, αλλά εσωτερικά νιώθουν εξάντληση, θυμό ή αποσύνδεση από τον ίδιο τους τον εαυτό.
Γιατί όταν κάποιος προσαρμόζεται συνεχώς στους άλλους, σταδιακά χάνει επαφή με το τι θέλει πραγματικά ο ίδιος. Μαθαίνει να «διαβάζει» τις ανάγκες των άλλων, αλλά όχι τις δικές του.
Η θεραπευτική αλλαγή δεν σημαίνει να σταματήσει κανείς να νοιάζεται για τους γύρω του. Σημαίνει να αρχίσει να δίνει χώρο και στις δικές του ανάγκες χωρίς να αισθάνεται ενοχή.
Να μπορεί να πει «δεν μπορώ», «δεν θέλω» ή «χρειάζομαι χρόνο» χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη ή τη σύνδεση.
Γιατί η πραγματική φροντίδα δεν απαιτεί να εξαφανίζεις συνεχώς τον εαυτό σου.