«Μαμά, βαριέμαι».
Μια φράση που στις καλοκαιρινές διακοπές μπορεί να ακουστεί πολλές φορές μέσα στην ίδια ημέρα. Και η πρώτη αντίδραση του γονιού είναι συχνά να προσπαθήσει να τη λύσει: «Θες να ζωγραφίσεις;», «Να παίξουμε κάτι;», «Να σου βάλω μια ταινία;».
Κι όμως, δεν χρειάζεται κάθε στιγμή πλήξης να γεμίζει.
Τα παιδιά σήμερα περνούν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους μέσα σε οργανωμένες δραστηριότητες και συνεχή ερεθίσματα. Σχολείο, μαθήματα, παιχνίδια, οθόνες, βίντεο. Έτσι, όταν ξαφνικά υπάρχει κενός χρόνος, μπορεί στην αρχή να μην ξέρουν τι να τον κάνουν.
Και εδώ υπάρχει μια ακόμη πρόκληση: η πιο εύκολη απάντηση στην πλήξη είναι συχνά μια οθόνη. Ένα tablet ή ένα κινητό προσφέρει αμέσως ερέθισμα, χωρίς το παιδί να χρειαστεί να σκεφτεί τι θέλει να κάνει. Αν όμως κάθε κενή στιγμή γεμίζει με μια οθόνη, μειώνονται και οι ευκαιρίες να ανακαλύψει μόνο του πώς μπορεί να αξιοποιήσει τον χρόνο του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να απαγορεύσουμε τις οθόνες. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε μέσα στην ημέρα κάποια διαστήματα χωρίς αυτές και, κυρίως, να αντέξουμε το αρχικό «βαριέμαι» χωρίς να προσφέρουμε αμέσως μια εναλλακτική δραστηριότητα. Το παιδί μπορεί να γκρινιάξει, να επιμείνει ή να δηλώσει ότι «δεν έχει τίποτα να κάνει». Αυτό το μικρό κενό, όμως, είναι συχνά ακριβώς ο χώρος που χρειάζεται για να αρχίσει να ψάχνει μόνο του.
Όταν δεν υπάρχει κάποιος ενήλικας ή μια οθόνη να προσφέρει το επόμενο ερέθισμα, το παιδί καλείται να παρατηρήσει τι υπάρχει γύρω του, να σκεφτεί τι θέλει και να επινοήσει ένα παιχνίδι. Μια πετσέτα μπορεί να γίνει σκηνή, μερικά βότσαλα να αποκτήσουν ονόματα και μια αυλή να μετατραπεί σε ολόκληρο φανταστικό κόσμο.
Η πλήξη, λοιπόν, δεν είναι πάντα κάτι από το οποίο πρέπει να «σώσουμε» το παιδί. Μπορεί να γίνει χώρος για δημιουργικότητα, πρωτοβουλία και αυτονομία, αρκεί να της επιτρέψουμε να υπάρξει.
Ίσως λοιπόν την επόμενη φορά που θα ακούσουμε «βαριέμαι», να μη χρειάζεται να απαντήσουμε αμέσως. Μερικές από τις καλύτερες ιδέες ενός παιδιού γεννιούνται ακριβώς μετά από αυτή τη φράση.